ΛΑΚΑΝ, ΠΕΡΑΤΗΣ ΤΟΥ ΜΑΡΞ
(2012, PIERRE BRUNO)

 

PIERRE BRUNO

 

Λακάν , περάτης του Μαρξ

 

Η επινόηση του συμπτώματος

 

 

 

Μετάφραση, μεσότιτλοι, παραγραφοποίηση, σημειώσεις : Αντα Κλαμπατσέα

 

 

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

 

 

ΑΝΘΕΚΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ

ΚΑΙ

ΨΥΧΑNAΛΥΤΙΚΗ ΑΙΤΙΟΤΗΤΑ  

 

 

Η “ΠΡΟΟΔΟΣ”, Η Ο,ΤΙ ΑΠΟΚΑΛΟΥΜΕ ΠΡΟΟΔΟ,  ΕΙΝΑΙ ΜΕΣΟΝ ΚΑΙ ΟΧΙ ΣΚΟΠΟΣ

  O καπιταλισμός , παράλληλα με την αειφορία του, αποδεικνύει καθημερινά την ανικανότητα του να οικοδομήσει έναν πολιτισμό που θα τελείωνε με την προϊστορία. Η πτώση τού Τείχους του Βερολίνου  τον Αύγουστο του 1989, σήμανε το τέλος μιας  πειστικής  κομμουνιστικής εναλλακτικής, τουλάχιστον υπό τη μορφή του λεγόμενου σοσιαλιστικού ρεαλισμού ή υπαρκτού σοσιαλισμού. Aντιστοίχως , στα μάτια πολλών, συμπεριλαμβανομένων και αρκετών από εκείνους  που αμφισβητούν τον καπιταλισμό όχι μόνο ως τρόπο παραγωγής αλλά  και ως τρόπο  οργάνωσης της κοινωνίας , ο καπιταλισμός μοιάζει προικισμένος με μια δυνατότητα αντοχής που φαίνεται να τέμνεται με ό,τι αποκαλούμε σήμερα στον ψ χώρο resilience (ανθεκτικότητα και δυνατότητα προσαρμογής) *1στμ. Τo ζήτημα τής ενδεχόμενης αντικατάστασης του παραμένει, κατά την αναπόφευκτη πλέον αφαιρετικότητα του , ένα ζήτημα θεωρητικό , τυπικό,  δίχως πια να έχει  τον χαρακτήρα του ζωτικού και τού επείγοντος , παρά μόνο γι αυτούς που φοβούνται μήπως ο καπιταλισμός κατά το απόγειο του  και κατά τη –και με τις δύο ίσως έννοιες- τελείωση του , καταλήξει να πραγματοποιήσει τις ουτοπίες του χειρότερου . Επιπλέον  αν υποθέσουμε ότι μπορεί να αντικατασταθεί καλό θα είναι  να μάθουμε από τι , τουλάχιστον όσο χρειάζεται για  να πάρουμε τα μέτρα μας και να  προφυλαχθούμε  από μία τυφλή κατεδάφιση . Για να απαντήσουμε δε αυτά τα ερωτήματα , θα πρέπει να θέσουμε προκαταβολικά το ερώτημα αν ο πολιτισμός   είναι συνυφασμένος με την π ρ ό ο δ ο*2στμ.  Αν με τον όρο  πρόοδος αναφερόμαστε  στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, της επιστήμης , της τεχνολογίας, και υπό την προϋπόθεση ότι αυτό το τρίπτυχο δεν καταστρέφει τη φύση  εντάξει , τότε δεν έχουμε λόγο να τη στηλιτεύσουμε΄  θα πρέπει ωστόσο να συμφωνήσουμε ότι πρόκειται για  μέσον και όχι για  σκοπό.

 

ΠΕΡΙ ΠΡΟΟΔΟΥ. ΣΧΕΣΗ ΠΡΟΟΔΟΥ ΜΕ ΑΠΟΛΑΥΣΗ ΚΑΙ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗ

  Πρόοδος, πραγματική πρόοδος θα ήταν η επέκταση και διεύρυνση   των δικαιωμάτων τού ανθρώπου*3στμ  και η έμπρακτη εφαρμογή τους , ένας μη διπολικός διαμερισμός  τού πλούτου , μια άρση των διαχωριστικών γραμμών, των συνόρων και των διακρίσεων  , μια ικανοποιητική ισορροπία ανάμεσα στην ελευθερία του υποκειμένου και τον σεβασμό όλων κλπ.  Μόνο που , ακόμα και αν αυτός ο ες αεί επερχόμενος κομμουνισμός κατέφθανε, πάλι κάτι θα έλειπε. Πράγματι, τίποτα δεν εγγυάται  ότι αυτή η βέλτιστη κοινωνική κατάσταση , παροντική-εδώ και τώρα-  απόλυτη ισορροπία ανάμεσα στη χρυσή εποχή και τα  αύριο που τραγουδουν , δεν είναι μια φαντασίωση  και, στην καλύτερη περίπτωση, κανείς δεν θα διακινδύνευε να αποκλείσει  το ενδεχόμενο να έχουμε  ένα  βασίλειο του «μαύρου ήλιου τής μελαγχολίας», ή τών γκρίζων σωρεύσεων της πλήξης *4 στμ .

    Δεν πρόκειται λοιπόν μόνο περί του να  καταγγείλει κανείς το διαβολικό τής προόδου , δηλαδή ,συγκεκριμένα, σε ότι αφορά στον καπιταλισμό, την τρελλή κινητική  του, για να χρησιμοποιήσουμε έναν όρο του Sloterdijk. Δεν υπάρχει καμμιά αμφιβολία ότι οι γενιές τού 23ου αιώνα , και νωρίτερα -ας το ελπίσουμε-,  θα νοιώθουν τον ίδιο τρόμο μπροστά στον πληθωρισμό της χρηματιστικής/χρηματιστηριακής φούσκας που κάνει πλουσιότερο το χρήμα και φτωχότερους τους ανθρώπους [1],  τον ίδιο τρόμο που νοιώθουμε εμείς  σήμερα  μπροστά στις ανθρωποθυσίες  των θρησκειών των άνδεων . Ο,τι σήμερα θεωρούμε αυτονόητο θα γίνει ακατανόητο. Θα πρέπει  να διερευνήσουμε και να αμφισβητήσουμε, να θέσουμε την πρόοδο υπό εξέταση  στο βαθμό που , ακόμα και κατά τις λιγότερο αμφιλεγόμενες ηθικά φιλοδοξίες της , δημιουργεί αδιέξοδο ως προς την ικανοποίηση , υπηρέτης καθώς είναι  μιας αξιολόγησης με μέτρο την απόλαυση. Η προτεραιότητα τής απόλαυσης έναντι της ικανοποίησης θα παραμένει δύσκολο να αμφισβητηθεί  όσο η ίδια η ικανοποίηση  ορίζεται από ένα κατώφλι απόλαυσης που θα πρέπει να διαβούμε για να μπορέσουμε  να πούμε “αρκετά”.

 

ΥΠΕΡΕΓΩ/ΑΞΙΑ ΚΑΙ ΑΠΑΞΙΩΣΗ/Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ Α Ξ Ι Α Σ  ΚΕΝΤΡΙΚΗ

ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΟΡΙΣΜΟΥ  THΣ ΑΠΑΞΙΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΠΟΛΑΥΣΗΣ

  Για Δυσφορία στον πολιτισμό μιλούσε ο Φρόϋντ για να κατονομάσει αυτήν την αγριότητα τού υπερεγώ που επιτάσσει ότι είμαστε ένοχοι που ζούμε και ποινή μας  η απώλεια τής απόλαυσης . Μετά από μια τέτοια διάγνωση , πώς να μπορέσουμε να  φτάσουμε στο σημείο αυτή τη δομική δυσφορία  , που  απορρέει από την γλωσσική επινόηση  και τη νέκρωση τού πράγματος εν ονόματι  τής συνεπαγόμενης συμβολοποίησης , πώς   να πορευτούμε με  αυτή τη δομική δυσφορία   με τρόπο ώστε κάθε υποκείμενο να έχει την ευκαιρία  για ένα αίσιο τελος όσον αφορά στην  καθαίρεση αυτού τού «σκοτεινού θεού», τού υπερεγώ;  Βέβαια αυτός ο θεός είναι ένας  χάρτινος τίγρης  , όμως ακριβώς  επειδή δεν είναι από σάρκα και οστά   είναι τόσο δύσκολο  να τον νικήσουμε.  Πώς, εφεξής, δίχως να θέλουμε να ικανοποιηθούμε ουτοπικά  με μια ικανοποίηση που είτε θα ήταν άδεια απο κάθε απόλαυση είτε , άλλη πλευρά του ίδιου νομίσματος , θα προσέφερε  μια απόλυτη απόλαυση*5στμ , πώς εφεξής να σκεφτούμε μια ικανοποίηση,  αν όχι απαλλαγμένη από το υπερεγώ , τουλάχιστον μια ικανοποίηση που  να έχει  πάρει  μια ικανή απόσταση απέναντι του  ώστε η υπερεγωϊκή παθογένεια να απενεργοποιείται ;  H αρχή που διέπει τη λύση δεν βρίσκεται στη γενίκευση μιας ασκητικής που θα καταργούσε την απόλαυση αλλά στην απαξίωση (devalorisation) *6 στμ τής απόλαυσης . Αυτήν την απαξίωση [απομείωση, υποτίμηση] θα  αποπειραθούμε  να   ορίσουμε ΄ ήδη ωστόσο  μπορούμε  να επισημάνουμε  ως προς τι ,  η έννοια της αξίας , που είναι θεμελιώδης στον Μαρξ, είναι και στον Λακάν, διακριτικότερα μεν εξίσου δε,  αποφασιστικής σημασίας ,  δηλαδή εν τέλει: κεντρική.

 

ΨΥΧΑΝΑΛΥΣΗ: ΕΚ ΤΩΝ ΩΝ ΟΥΚ ΑΝΕΥ (ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΞΟΔΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΦΑΝΤΑΣΙΩΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΟΔΟΥ). 

ΑΠΑΞΙΩΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΛΑΥΣΗΣ.

ΠΟΙΟΙ ΕΝΟΧΛΟΥΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΑΞΙΩΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΛΑΥΣΗΣ.

  Τι είναι αυτό που μας νομιμοποιεί να πούμε ότι η ψυχανάλυση , παρότι έχει ελάχιστη βαρύτητα για τον κόσμο  και κυρίως για την πολιτική,  είναι αυτό χωρίς το οποίο δεν γίνεται, είναι εκ τών ών ουκ άνευ ;  Η ψυχανάλυση δεν είναι μόνο ό,τι μας επιτρέπει να βγούμε απο τη φαντασίωση της προόδου΄ μας είναι αναγκαία  για  να την αποδομήσουμε, να αποσυναρμολογήσουμε αυτή τη φαντασίωση  με τέτοιο τρόπο  ώστε να  επιδράσουμε στους τρόπους απόλαυσης, ώστε να αγγίξουμε τα πλήκτρα της απόλαυσης *7στμ

  H απόλαυση *8στμ δεν είναι ούτε ευχαρίστηση ούτε οδύνη . Είναι αυτό για το οποίο μιλά ο Baudelaire [2] :  ένα εξαίσιο ηδονικό* και μεθυστικό άρωμα που, επειδή είναι ακραία συμπυκνωμένο για να γινει θεϊκό, μεταβάλλεται  σε φρικαλέα δυσωδία  - τη δυσωδία τής αποσύνθεσης  αναμφίβολα γιατί η απόλαυση αγγίζει τη νιρβάνα της στον θάνατο. Η ψυχανάλυση  εννοεί να χειραφετήσει αυτό το αποικισμένο από την απόλαυση σώμα έτσι ώστε αυτή απόλαυση  να κάνει χώρο στην ικανοποίηση .  Aυτό προϋποθέτει και συνεπάγεται όχι ότι πρέπει να απαρνηθούμε την απόλαυση αλλά να πάψει η απόλαυση  να υπόκειται σε άλογη και άσκοπη πλειοδοσία . Και αυτό είναι κάτι που δεν αρέσει σε όσους την εμπορεύονται *9στμ

 

ΨΥΧΑΝΑΛΥΣΗ : ΑΡΝΗΣΗ ΝΤΕΤΕΡΜΙΝΙΣΜΟΥ. ΕΜΜΟΝΗ ΣΤΟ ΑΙΤΙΟ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΦΡΟΫΔΙΚΟ ΝΤΕΤΕΡΜΙΝΙΣΜΟ .

Ο ίδιος ο Λακάν είχε προαναγγείλει ότι η ψυχανάλυση θα καταθέσει τα όπλα μπροστά «στα όλο και πιο έντονα αδιέξοδα του πολιτισμού» προσθέτοντας ωστόσο : « τότε θα αναφερθούν και θα ανατρέξουν στα Γραπτά μου ».  Ο,τι   επιτρέπει στην ψυχανάλυση να ελπίζει να κρατήσει  , να αντέξει είναι η ίδια η υφή της εμπειρίας της, η ιδιαίτερη σ τ ό φ α  της , που συνίσταται ακριβώς στην άρνηση  κάθε συνδυαστικής *10στμ βιολογικών, κοινωνικών και ψυχολογικών  ντετερμινισμών  (των οποίων η συμμετοχή ποικίλει ανάλογα τις σχολές,  από σχεδόν μηδενική  έως σχεδόν 100%). Στην πραγματικότητα αυτή η συνδυαστική έχει πράγματι σαν στόχο να  κατασκευάσει ένα υποκείμενο  που καταλήγει να μην είναι παρά  η προκύπτουσα   ενός παραλληλογράμου δυνάμεων. Αυτό ,η αναγωγή της έννοιας του υποκειμένου σε ένα υποκείμενο η μάλλον σε κάτι που στο τέλος  της ψυχανάλυσης θα γνωρίζει τον εαυτό του ή  που, πιο σύγχρονη διατύπωση, θα είναι δ ι ά φ α ν ο *11στμ ως προς τον εαυτό του, αφού θα έχει ολοκληρώσει τον κύκλο  τών βιολογικών κοινωνικών και ψυχολογικών συνιστωσών της ιστορίας του , συνιστά παρανόηση του φροϋδικού ντετερμινισμού.

  Ας  πούμε εξ αρχής γιατί. 

  Ο πατέρας και η μητέρα της α αναλυόμενης είναι ισπανοί πολιτικοί πρόσφυγες΄ ένας άλλος αναλυόμενος υπήρξε θύμα  παιδοφιλικών ή αιμομικτικών πράξεων ΄ ένας τρίτος δεν γνώρισε κανένα συμβάν που να μπορεί να χαρακτηριστεί τραυματικό , οι γονείς του είναι έξοχοι και η οικογένεια του ενωμένη ενώ ο πατέρας μιας άλλης απατούσε τη γυναίκα του συστηματικά και είχε διπλή ζωή. Ο παππούς μιας πέμπτης ήταν φασίστας και συνεργάτης των γερμανών, βασανιστής των αντιστασιακών...κλπ κλπ. Είτε πρόκειται για πραγματικότητα κοινωνικής τάξης (γονείς πρόσφυγες) είτε ψυχολογικής (ο θείος του τον είχε κακοποιήσει σεξουαλικά)  είτε είχε να κάνει με αγίους είτε με τέρατα   και  όποιες  και αν είναι οι επιπτώσεις που ο αναλυόμενος φαντάζεται ότι αυτά τα γεγονότα είχαν πάνω του/της, αυτή η πραγματικότητα δεν μπορεί πλέον να αλλάξει.

 

ΠΑΘΗΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ=ΕΝΟΡΜΗΤΙΚΟΣ ΠΟΛΟΣ=>ΑΝΑΓΚΗ ΜΕΤΑΤΟΠΙΣΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΘΗΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ

  Ετσι λοιπόν πώς να αλλάξει κανείς  την επίπτωση αυτού που δεν μπορεί να αλλάξει πιά, αν όχι με μια  καινοτόμο  σύλληψη  της αιτιότητας ;  Για να το πούμε διαφορετικά , η γνώση ότι οι  γονείς του ήταν πολιτικοί πρόσφυγες (η πάμπλουτοι καπιταλιστές) ή ο θείος  παιδόφιλος και αιμομίκτης , δεν επιφέρει την αποενοχοποίηση  τού αναλυόμενου  από τη συμπτωμική συνέπεια . Το παράδοξο είναι ότι ο αναλυόμενος απαλλάσεται από τα αισθήματα ενοχής αρνούμενος την αθωότητα του, αναγνωρίζοντας τη δική του συμμετοχή στο σύμπτωμα. Εχοντας αναγνωρίσει τη συμμετοχή του αποσπάται [ξεκολλάει, μετατοπίζεται] από το γεγονός ότι με το που γεννιέται είναι αντικείμενο απόλαυσης τών γονέων του - (βάση τής παθητικοποίησης , την οποία –παθητικοποίηση- ο Φρόϋντ καθιστούσε έναν από τους ενορμητικούς πόλους ) - σε σημείο να μην είναι άλλο από μαριονέττα των επιθυμιών τους  .

 

ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ.ΑΔΡΑΝΕΙΑ ΠΟΥ ΑΝΤΙΤΙΘΕΤΑΙ ΣΤΗ ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΚΑΘΟΡΙΣΜΟΥ (πραγματικότητα) ΚΑΙ ΑΙΤΙΟΥ (τρόπος που το υποκείμενο αντιλαμβάνεται τον εαυτο του ως επίπτωση καθορισμών)

ΑΠΟΚΡΙΣΗ ΣΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ=ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ ΕΝ ΕΙΔΕΙ  ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΟΣ

   Γνωρίζουμε ότι αφότου ανακάλυψε την απώθηση, ο Φρόϋντ δεν άργησε να στρέψει την προσοχή του στην αντίσταση ( Widerstand ), αυτήν την δύναμη δηλαδή  που αντιτίθεται στην άρση της απώθησης.  Από πού προέρχεται αυτή η δύναμη;  Στο έργο του ο Φρόϋντ επεξεργάστηκε πολλές υποθέσεις : από το ασυνείδητο , από το αυτό, από το εγώ , από το υπερεγώ.  Αναμφίβολα.  Μηπως όμως πρόκειται , γενικότερα για μια δύναμη που εργαλειοποιεί , χρησιμοποιεί την πραγματικότητα για να αφήσει ανέπαφη την απώθηση, μπαίνοντας στην υπηρεσία τής άρνησης για γνώση;    Οπως παρατηρούσε ο Λακάν , η αντίσταση δεν είναι ούτε τού αναλυτή ούτε του αναλυόμενου αλλά έγκειται στην αδράνεια που αντιτάσσει η πραγματικότητα σε κάθε  απόπειρα διαχωρισμού του  κ α θ ο ρ ι σ μ ο ύ (ο οποίος έχει να κάνει με την πραγματικότητα) από το  α ί τ ι ο  (το οποίο έχει να κάνει με τον τ ρ ό π ο που ένα υποκείμενο αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως  επίπτωση (καθορισμών) *12στμ . Aπό αυτήν την άποψη, μπορούμε να πούμε ότι η αντίσταση εξουδετερώνει το αίτιο προς όφελος τού καθορισμού (ν τ ε τ ε ρ μ ι ν ι σ μ ο ύ)  ενώ από μια ψυχανάλυση περιμένουμε  να ελευθερώσει το αίτιο τού καθορισμού (la cause de la determination) *13στμ [3]. Διακρίνοντας βιολογικούς, κοινωνικούς και ψυχολογικούς καθορισμούς (determinations)  και προσπαθώντας να αποτιμήσουμε  τη σημασία τού καθενός , ιδεολογικοποιούμε και ιδεολογικοποιώντας αποκρύβουμε το ότι η πραγματικότητα δεν ορίζεται παρά κατά τη συμπερίληψη τής επίπτωσης της ( δηλαδη το υποκείμενο ) . Από κει κι έπειτα , το υποκείμενο καθιστάμενο  απόκριση επίπτωσης, απόκριση στην επίπτωση που είναι  , αντιτάσσει στην πραγματικότητα αυτό που ο Λακάν αποκαλεί  πραγματικό αυτής τής απόκρισης *10 στμ και που έχει τη μορφή συμπτώματος . Αυτές οι πρώτες σκέψεις δεν είναι βεβαίως αυταπόδεικτες και θα πρέπει να τις εξηγήσουμε , να τις αποσαφηνίσουμε και να τις αναπτύξουμε ΄ πάντως δεν μπορούμε να τις αποσιωπήσουμε , γιατί , διαφορετικά , αν το κάναμε,  θα ήταν σαν να καρφώναμε στο νερό όπως έλεγε ο Robert Musil . Το πρόβλημα  έχει  εξάλλου τεθεί με αυτήν τη μορφή ακριβώς λίγο πριν γεννηθεί η ψυχανάλυση: το α η β υστερικό σύμπτωμα παράχθηκε  από μια άμεση φυσική δράση (το ίδιο το ατύχημα) η από το φ ό β ο   που προκάλεσε το ατύχημα;  Η απάντηση δεν είναι είτε/είτε , ή το ένα ή το άλλο, γιατί ακόμα και αν δεν είναι ο φόβος , δηλαδή ένα συναίσθημα/μια θυμική αντίδραση, ένα πάθος (affect)*14στμ τού υποκειμένου, που πυροδότησε τον σχηματισμό τού συμπτώματος , εξακολουθεί να ισχύει  ότι άν έχουμε να κάνουμε με ένα υστερικό σύμπτωμα   , θα πρέπει να υποθέσουμε  τη συμμετοχή τού υποκειμένου  , ασυνείδητα σε αυτήν την περίπτωση , στον σχηματισμό τού συμπτώματος και να μην αρκεστούμε στο να αερολογήσουμε*15 στμ περί σχέσης αιτίου και αιτιατού , σχέσης  αιτίου και επίπτωσης, η οποία μέσω χημικών διαμεσολαβήσεων που μας είναι ακόμα άγνωστες παράγει  μια παραλυσία διχως οργανικό υπόβαθρο.*16στμ  Αν ένας αναλυόμενος μας διαβεβαιώνει ότι σκύβοντας έξω από το παράθυρο του,  ακούει τις στέγες να του μιλούν, ξέρουμε ότι η αποκάλυψη και η αποδοχή εκ μέρους του ότι αυτός ειναι η φωνή της στέγης δεν τον βοηθά  να απαλλαγεί από την παραίσθηση του.  

 

 

UNE PRATIQUE ERRATIQUE

ΕΠΙΣΦΑΛΗΣ  ΑΠΟΣΧΙΣΤΙΚΗ  ΚΑΙ ΑΠΡΟΒΛΕΠΤΗ  ΠΡΑΚΤΙΚΗ

 

  Η ψυχανάλυση είναι μια επισφαλής αποσχιστική και απρόβλεπτη πρακτική.  Εrratique είναι ένας όρος που χρησιμοποιούμε για  αυτούς τους ακανόνιστους πετρώδεις όγκους  που αποσπώνται /αποσχίζονται  από ένα παγόβουνο  καθώς λυώνει. Είναι ακριβώς  αυτό που συνέβαινε όταν ακόμα ο Φρόϋντ ήταν ζωντανός. Δίχως να σταθούμε στις αποσχίσεις που ο ίδιος ο Φροϋντ κατήγγειλε ως τέτοιες και που  παρ ολ αυτά κάποιοι συνεχίζουν να αποκαλούν ψυχαναλυτικές (Adler, Jung, Reich), oύτε στους αναιδείς  και αναίσχυντους ισχυρισμούς   της παλαιάς ύπνωσης που θέλει να εμφανίζεται κάποιες φορές ως νεο-ψυχανάλυση, θα παρατηρήσουμε πως μετά τον Φρόϋντ , η διασπορά, οι αποσχίσεις και η αποδιάρθρωση , για να παραμείνω σε λέξεις ουδέτερες, διόλου δεν αναχαιτίσθηκαν  και πως η απουσία του φροϋδικοϋ λέγειν /dire *17στμ , είχε σαν αποτέλεσμα η σύγχυση να γίνει ο κανόνας , τουλάχιστον για κάποιο καιρό.

   Σε μια συνέντευξη του το 1946  La psychanalyse revisitee [4] , o Adorno  , τον οποίο οπωσδήποτε δεν μπορούμε να θεωρήσουμε ως έναν άνευ όρων οπαδό τού Φρόϋντ, στηλιτεύει με πειστικά επιχειρήματα  τις μεταγενέστερες αναθεωρήσεις , κυρίως της Karen Horney , μιάς απο τις πρώτες που αντιπαρατέθηκαν στον Φρόϋντ κατά τη «διαμάχη τού φαλλού» της δεκαετίας του  ’30 [5]  . Αυτό που ο Αντόρνο επισημαίνει και στηλιτεύει είναι μια ψυχανάλυση ενσωματωμένη στην κυρίαρχη κουλτουρα , εκπολιτισμένη  με την ‘κακή’ έννοια*18στμ , απονευρωμένη , ‘στρογγυλεμένη’, που μπροστά στην παιδική σεξουαλικότητα κλείνει τα μάτια , και παραγνωρίζει εντελώς το βάρος και τον αντίκτυπο της εισαγωγής από τον Φρόϋντ της ενόρμησης τού θανάτου. Μέσω της Karen Horney ( που ο αμφιλεγόμενος αρραβώνας της  με τον γυιό τού Goering  αναμφίβολα αρκεί για να την απαξιώσουμε ) ,  η κριτική τού Αντόρνο αγγίζει και τον Fromm ,   παρόλο  που ο Φρομ συνέχιζε να εργάζεται αδιαλείπτως στο Institut fur  Socialforschung , το οποίο διηύθυνε ο  Horkheimer.

  Κατά την αμέσως μετά τον πόλεμο περίοδο κυριάρχησε η σύγκρουση της Αννας Φρόϋντ με τη Μέλανι Κλαϊν. Aυτές οι δυο θεωρητικοί  μπόλιασαν την αναλυτική πρακτική με  αποκλίνουσες  προσεγγίσεις που παραμένουν ακόμα και σήμερα  ενεργές στην αναλυτική κοινότητα , αυτήν που σημείο αναφοράς της έχει την Διεθνή Ψυχαναλυτική Ενωση (Ιnternational Psychoanalytic Association). Aπό τη μια,  μια υπερεκτίμηση τού εγώ, τού εγώ ως διαπλαστικής βαθμίδας ικανής να  κυριαρχήσει και να έχει τον έλεγχο τής διαπάλης ανάμεσα στο αυτό και το υπερεγώ ΄ από την άλλη , μια υπερερμηνεία τού ασυνειδήτου που στοχεύει κατά την ενεργό μεταβίβαση  στην αναβίωση   ενος αρκτικού «je t aime moi non plus” / “σ αγαπώ ούτε και εγώ”  της σχέσης μητέρας –παιδιού, αφήνοντας αδιερεύνητη τη λειτουργία τού συμπτώματος ως καταγωγικά  εξεγερτήριου και εξεγερσιακού σε αυτό το κλειστό κύκλωμα.  Και στις δύο περιπτώσεις, η θεωρία αφήνει μια πρακτική απορία : είτε το τέλος τής θεραπείας ως προσαρμογή σε έναν τρόπο ζωής (way of life) στον οποίο το υποκείμενο συναινεί , αφού δεν μπόρεσε να αντλήσει από τις συνέπειες του συμπτώματος του.  Είτε ο φθόνος  (envie   envy /l envie*19στμ) για τον οποίο  η Μελανί Κλάϊν είχε την εντιμότητα  , στο τελευταίο της βιβλίο[6], να πει ότι δεν έβλεπε τρόπο να μπορεί να ξεπεραστεί εντελώς γιατί ακόμα και μια ολοκλήρωση/απαρτίωση  (integration) *20στμ που θα ενδυνάμωνε το εγώ δεν θα κατόρθωνε παρά να μετριάσει τη ‘παθογένεια’ του .  

 

ΛΑΚΑΝ/ΣΤΑΔΙΟ ΤΟΥ ΚΑΘΡΕΦΤΗ . ΛΟΓΙΚΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ Η ΔΗΛΩΣΗ  ΠΡΩΘΥΣΤΕΡΗΣ ΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑΣ: H  ENEΡΓΟΣ ΕΚΦΟΡΑ ΩΣ ΕΠΕΚΕΙΝΑ ΤΟΥ ΕΚΦΕΡΟΜΕΝΟΥ  . ΔΟΜΗ

  H εισβολή  του Λακάν   στην αναλυτική σκηνή στα τέλη της δεκαετίας του  50 θα αλλάξει τα δεδομένα και θα εγκαινιάσει μια νέα εποχή. Ο Λακάν πρώτα υπήρξε κλαϊνικός,    γνωρίζουμε δε την εκτίμηση που είχε για τους δύο εξέχοντες εκπροσώπους της αγγλο-σαξωνικής ψυχανάλυσης , Winnicot  και Balint ( πράγμα που δεν τον εμπόδισε να  τους ασκήσει κριτική).  Συχνά  αποδίδουν τιμές στον Λακάν γιά το σπουδαίο επίτευγμα τής  ψυχαναλυτικής ερμηνείας του σταδίου του καθρέφτη. Είναι αλήθεια  ότι αυτή η προκλητική[7]  και πρωτότυπη θεωρία είναι αυτό δια τού οποίου ο Λακάν εγκαινιάζει την κριτική του στην –ego-psychology (και εμμέσως πλην σαφώς στην Αννα Φρόϋντ) , καταδεικνύοντας ότι το εγώ, εξ αιτίας ακριβώς του τρόπου σχηματισμού του, είναι μια στιγμή /μια βαθμίδα*21στμ  φαντασιακής παραγνώρισης και είναι μάταιο να εναποθέτουμε τις ελπίδες της αναλυτικής απόπειρας  στην ενδυνάμωση και επανόρθωση αυτής  ακριβώς της βαθμίδας (instance) . Στο μεταξύ, υπερβάλλοντας όσον αφορά στην συγκεκριμένη προσέγγιση , ρίχνοντας δηλαδή το βάρος και την προσοχή μας υπερβολικά   στη θεωρία του εγώ , παραβλέπουμε και παραμελούμε αυτό που φαίνεται τουλάχιστον εξίσου  κρίσιμο  για τη συνέχεια, δηλαδή το άρθρο τού 1945, όταν ο πόλεμος κλίνει προς στην ναζιστική ήττα, : «Le temps  logique et l assertion de certitude anticipee” / “Ο λογικός χρόνος και η δήλωση  πρoεξοφλούμενης  [ή πρωθύστερης]   βεβαιότητας [8] ”.  Aυτό που ο Λακάν προωθεί εδώ, είναι ότι η πράξη*22 στμ  προηγείται τής γνώσης  και τη θεμελιώνει, και όχι το αντίθετο. Αυτή η μάλλον απότομη  απόρριψη τής πνευματοκεντρικής  γαλλικής παράδοσης, που εννοεί την π ρ ά ξ η   ως την προκύπτουσα   μιας γνωστικής διαδικασίας , καλείται να γίνει  εφεξής ο ακρογωνιαίος λίθος της διαλεκτικής : η ενεργός εκφορά ως  επέκεινα τού εκφερόμενου ΄ η εκφορά , η ενεργός εκφορά *23 στμ είναι αδύνατον να συμπεριληφθεί στο εκφερόμενο . Aς παραθέσουμε τη θαυμάσια  διατύπωση : « Δεν πρόκειται περί του να γνωρίζω αν μιλώ για μένα με τρόπο σύμμορφο  με αυτό που είμαι , αλλά το ερώτημα είναι, αν όταν μιλώ για μένα, είμαι ο ίδιος με αυτόν για τον οποίο μιλώ[9] » *24στμ.  Φυσικά αυτή η προτεραιότητα  –όχι βεβαίως αξιολογική μα χρονική- (anticipation) της πράξης θα αποκτήσει όλο της το εύρος  [και θα γίνει αισθητός ο σχετικός αντίκτυπος ] μόνο αφ ης στιγμής ο Λακάν μιλήσει γι  α υ τ ό που για να το ονομάσει δανείστηκε μια λέξη από την ανθρωπολογία και την γλωσσολογία τού Levi-Strauss: δ ο μ ή. Αλλά και η χρήση τού όρου δομή  επέφερε παρεξηγήσεις και οι παρανοήσεις δεν αποφεύχθηκαν εντελώς στό βαθμό που για κάποιο διάστημα θεωρήθηκε ότι ο Λακάν (μαζί με τoυς Barthes  Foucault και Althusser *25στμ ) ήταν στρατευμένος στους στρουκτουραλιστές, πράγμα που είναι γκάφα  , γιατί η δομή στον Λακάν δεν είναι ένα υπο-σύνολο καθολικού αλλά αντίθετα , δομή στον Λακάν  νοείται ό,τι ισοδυναμεί με  λειτουργία που επιτρέπει να συλλάβουμε ένα πραγματικό που  ακριβώς η έννοια  της καθολικότητας δεν μπορεί να απορροφήσει ούτε καν να προσεγγίσει δίχως ένα ψεύδος *26στμ  Κατά κάποιο  τρόπο  ο Λακάν βγαίνει από τον στρουκτουραλισμό από την πόρτα που άνοιξαν  οι μαθηματικοί λογικοί τού 20ου αιώνα , κυρίως ο Godel που του προσέφερε την κατάλληλη στιγμή με τη λογικά αποδεδειγμένη έννοια τού αναποφάνσιμου[10], τον λόγο του πένθους όσον αφορά σε μια μαθηματική  προσέγγιση  ικανή να καλύψει το καθολικό (universel) *27στμ. Αυτήν την κάλυψη τού καθολικού ανάγκη να την πενθήσουμε.

 

ΛΑΚΑΝΙΚΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗ ΤΗΣ ΦΡΟΫΔΙΚΗΣ ΕΝΟΡΜΗΣΗΣ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ.

ΓΛΩΣΣΑ : ΣΥΝΘΗΚΗ ‘ΥΠΑΡΞΗΣ’ ΤΟΥ ΑΣΥΝΕΙΔΗΤΟΥ. *28στμ

   Κάτι ακόμα πιο κρίσιμο είναι το ότι δεν βλέπουμε ότι η ανάγνωση της φροϋδικής ενόρμησης του θανάτου που έκανε ο Λακάν , που συνίσταται στο να την αναγνωρίσουμε όχι ως μυστηριώδη βιολογική δύναμη(force), αλλά ως δυνατότητα (puissance) τού δια της γλώσσας  συμβολικού  αφανισμού ,   η ανάγνωση ας επαναλάβω ,της φροϋδικής ενόρμησης του θανάτου από τον Λακάν   καθαίρει τη γλώσσα από τη λειτουργία της ως εργαλείου επικοινωνίας για να την καταστήσει  συνθήκη ύπαρξης* τού ασυνειδήτου[11] *29 στμ Αυτό το ασυνείδητο είναι μια γνώση (savoir) που εχει να κάνει με το πραγματικό* στο βαθμό που ό,τι επιτρέπει την επαλήθευση του δεν είναι άλλο από την ερμηνεία.*30στμ   Από εδώ απορρέουν αργότερα , στη δεκαετία του  70 , κρίσιμα καινοτόμα εκφερόμενα , κυρίως για  τη γυναικεία απόλαυση   και το σύμπτωμα *31 στμ.

   

ΔΥΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ ΥΠΟΝΟΜΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΕΚΧΥΔΑΪΣΜΟΥ ΤΗΣ ΦΡΟΫΔΙΚΗΣ ΕΠΙΝΟΗΣΗΣ—Η ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ ΚΑΙ Ο ΦΑΛΛΟΣ.

   Η επισκόπηση που κάνουμε εδώ  είναι συνοπτική αλλά επιτρέπει τουλάχιστον να  εντοπίσουμε τις βασικές παρανοήσεις και αποκλίσεις όσον αφορά στη ψυχανάλυση. Αν θα θέλαμε να προχωρήσουμε πάρα πέρα θα έπρεπε να καταρτίσουμε τον κατάλογο, τον ες αεί ατελείωτο κατάλογο, τών παρανοήσεων  που υπονομεύουν και εκχυδαϊζουν την φροϋδική ανακάλυψη.  Χάριν παραδείγματος θα αναφέρω δύο.

   Συχνά αναφέρεται ως φροϋδική η θέση σύμφωνα με την οποία οι απαγορεύσεις που θέτει στον εαυτό του ένα υποκείμενο είναι η εσωτερίκευση («ενδοβολή» αν προτιμήσουμε έναν τεχνικό όρο) των απαγορεύσεων των γονέων.  Εστω. Οτι τα κείμενα που έγραψε ο Φρόϋντ  περί τού σχηματισμού του υπερεγώ χωράνε πολύ συζήτηση, αυτό είναι βέβαιο. Εδώ όμως βάζουν το κάρο μπροστά από τα βόδια. Η προαναφερθείσα τοποθέτηση μας κάνει να ξεχνάμε  ότι το γεγονός των γονεϊκών απαγορεύσεων  είναι κατ αρχάς , όχι αυτό που εξηγεί πώς τα παιδιά υποτάσσονται σε μια ταυτόχρονα ηθελημένη και ασυνείδητη δουλεία , αλλά αυτό που γεννά, που προξενεί την επιθυμία   . Στον Φρόϋντ , στο Τοτέμ και Ταμπού,   είναι ακριβώς η απαγόρευση  που σημαίνεται στους γυιούς από τον  ίδιον τον πατέρα [που σημαίνον της  είναι ο ίδιος ο πατέρας] αυτό που οδηγεί  στο να καταστεί  ο φόνος  τα  πρώτα επιφάνεια τής επιθυμίας  και , δευτερευόντως  στην  εσωτερίκευση  τών γονεϊκών απαγορεύσεων.  Με άλλα λόγια, η εγγραφή της απαγόρευσης είναι η συνθήκη/όρος ανάδυσης της επιθυμίας. *32στμ

 

ΤΙ ΓΙΝΕΤΑΙ ΜΕ ΤΙΣ ΚΟΡΕΣ; *33στμ Τι γίνεται με τίς θυγατέρες;  Το ζήτημα είναι πιο λεπτό : Η όσον αφορά στον πατέρα απαγόρευση  ισχύει και γι αυτές  κατ αρχάς  αλλά αφήνει πιο αβέβαιη την απαγόρευση όσον αφορά στη μητέρα , κάτι που μας επιτρέπει να καταλάβουμε όχι μόνον  τον περίφημο όλεθρο της σχέσης μητέρας -κόρης  (ravage mere-fille) , αλλά επίσης, θετικά  αυτή τη φορά, την παράκαμψη δια τής ομοφυλοφιλικής μύησης  που συχνά προετοιμάζει τη συνάντηση με έναν άντρα.

 

Η ΛΑΚΑΝΙΚΗ ΕΝΝΟΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΟΥ ΦΡΟΫΝΤ

 Ο Λακάν εννοιολόγησε αυτές τις τόσο σημαντικές εργασίες του Φρόϋντ για να διαυγάσει κάπως  αυτά τα ζητήματα που μέχρι τότε ήταν βουτηγμένα σε κάθε είδους προκαταλήψεις  και κλισέ αποφαινόμενος ότι  « νόμος και απωθημένη επιθυμία  είναι το ίδιο και το αυτό» [12] *34στμ. Με άλλα λόγια, ο νόμος είναι διαμορφωτής  τής επιθυμίας   , πράγμα που παροπλίζει τις (ελευθεριακές ή ελευθεριοκτόνες) ιδεολογίες που καθιστούν την αντίθεση επιθυμία / καταπίεση   καθολικό κλειδί *35 στμ

   Τό άλλο παράδειγμα είναι περισσότερο βιβλιογραφικό. Γνωρίζουμε ότι o περιώνυμος Mikkel Borch-Jacobsen   έγινε γνωστός  , κυρίως μετά το διάσημο βιβλίο του Η Μαύρη Βίβλος της ψυχανάλυσης , για την εμμονή του να  κατεδαφίσει τη ψυχανάλυση. Ισως θα πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι αυτός ο * συγγραφέας διέπραξε στη δεκαετία του 80 ένα βιβλίο με τίτλο Λακάν ο απόλυτος κύριος , που προοριζόταν να κάνει γνωστό τον Λακάν στο αγγλοσαξωνικό κοινό. Είναι ένα βιβλίο που δεν θα πρέπει καθόλου να υποτιμούμε  γιατί μαρτυρεί  μια απίστευτα επιμελή ανάγνωση τών Εcrits και τών σεμιναρίων (με αξιοσημείωτη εξαίρεση των τελευταίων, των πιό πρόσφατων). Ομως διέπεται από μια  τέτοια φιλοσοφική λαιμαργία που καταλήγει να γίνει ο απόλυτος κύριος του «απόλυτου κυρίου». Ετσι , στο κεφάλαιο του για τον φαλλό , αφού εκθέτει με εντιμότητα το περιεχόμενο τού άρθρου  «Η σημασία του φαλλού» ,  ανατρέχει σε παλαιότερα, πολύ παλαιότερα  κείμενα τού Λακάν  για να διαπιστώσει  ότι σε τελευταία ανάλυση , «παρ όλες τις αρνήσεις διαψεύσεις και αποποιήσεις  του Λακάν [13] »  , ο  φαλλός είναι θεμελιωδώς φαντασιακός *  :  “ Δεν θα πρέπει να μας  εκπλήσσει κατά συνέπεια που ο φαλλός παρότι  μια χαρά πεϊκός και αρσενικός , είναι ταυτόχρονα τόσο α-σεξοποιημενος (a-sexue) στον Λακάν. Δεν είναι τίποτε άλλο από το ob-jet*36a στο οποίο το υποκείμενο, πριν από κάθε σεξουαλικό χαρακτηρισμό  , εκπροσωπείται    αυτό το ίδιο  , κατά την σταθερή, μόνιμη και ουσιώδη του ταυτότητα. Ο φαλλός, σε στύση  και μεγαλοπρεπής , είναι η εμβληματική στάση *36στμ , ο αδριάντας τού εγώ [...], το Vorbild  ή η τυπική Gestalt  της ανθρωπότητας εν γένει.»  Μετά από αυτές τις πομπώδεις μωρολογίες , αρχίζει κανείς να αναρωτιέται μήπως το λακανικό ύφος είναι τελικά υπόδειγμα  ποιητικής τέχνης τύπου Boileau. Πώς , διαβάζοντας τον Borch-Jacobsen, να συλλάβουμε  την αιχμηρότητα ,τη ριζοσπαστικότητα  της τομής * που πραγματοποιεί η τοποθέτηση του Λακάν όσον αφορά στο φαλλό : ότι πρόκειται για εναν συμβολικό τελεστή που σε αντιδιαστολή με όλα τα άλλα σημαίνοντα, δεν έχει σημαινόμενο, αλλά  που είναι η εκ τών ών ουκ άνευ συνθήκη  για να έχουμε επίπτωση σημαινόμενου όσον αφορά σε οποιοδήποτε άλλο σημαίνον  –εκτός από το ίδιο  .

 

Η ΑΔΥΝΑΤΗ ΔΙΑΦΑΝΕΙΑ  :

ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΚΑΙ ΨΥΧΑΝΑΛΥΣΗ

 

 ΝΑ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΠΕΡΙΘΩΡΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΨΥΧΑΝΑΛΥΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗΣ ΩΣ ΣΥΜΠΤΩΜΑ ΚΑΙ ΝΑ ΤΟ ‘ΑΠΟΚΡΥΠΤΟΓΡΑΦΗΣΟΥΜΕ’.

ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΗ Η ΔΙΕΡΩΤΗΣΗ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗ ΘΕΜΕΛΙΩΣΗ ΤΗΣ ΨΥΧΑΝΑΛΥΣΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΛΑΚΑΝ ΩΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ .

Η ΙΔΙΑΙΤΕΡΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΨΥΧΑΝΑΛΥΣΗΣ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΙΣΤΗΜΗ.

  Μετά την εποχή που έφερε στην κορυφή    τον «απόλυτο κύριο» , ζούμε μάλλον την εποχή  της εκτέλεσης , ήπιας  ή βίαιης , του υποτιθέμενου «γκουρού».  Είναι αλήθεια ότι και ο Φρόϋντ είχε υποστεί και υποφέρει από παρόμοιες εκδοχές του΄ είχε κατηγορηθεί για παράδειγμα  ότι εμφορείται από ένα γερμανικό βαρύ πνεύμα και πως κατά συνέπεια το λατινικό πνεύμα, το τόσο λεπτεπίλεπτο, δεν έχει τι να την κάνει την ψυχανάλυση[14] . Οσο για τον Λακάν υπάρχει σαφώς ένας μιντιακός αποπληθωρισμός , μετά την πανεπιστημιακή λεηλασία του. Πρόκειται για μια παλινδρόμηση σκοταδιστική αλλά προσεγγίζοντας το θέμα αναλυτικά , αυτό πρέπει να το εκλάβουμε ως σύμπτωμα  αντί να αναζητούμε να το ξεριζώσουμε   διακατατεχόμενοι από τη νοσταλγία μιας λακανικής παντοδυναμίας που διόλου δεν είναι άμοιρη  μιας σειράς παρανοήσεων και παρεξηγήσεων . Πρέπει λοιπόν αυτήν την παλινδρόμηση να την εκλάβουμε ως σύμπτωμα και να προσπαθήσουμε να το ‘αποκρυπτογραφήσουμε’ . Προϋπόθεση κατά κάποιο τρόπο αυτής τής ‘αποκρυπτογράφησης’   είναι να κρίνουμε  αν ο Λακάν θεμελίωσε  η όχι την ψυχανάλυση που ανακάλυψε  Φρόϋντ, ως επιστήμη .   Ο Φρόϋντ βέβαια δεν παραιτήθηκε * ποτέ από τον επιστημονικό , με την έννοια τού επιστημονισμού*37στμ , χαρακτήρα της ψυχανάλυσης. Αλλωστε η λεπτότητα τών παρατηρήσεων του και η αυστηρότητα τής συλλογιστικής του κατόρθωναν να είναι στο ύψος της ιδιοφυιούς επινοητικότητας του. Oμως ο Λακάν έθεσε  έναν άλλο στόχο : διατηρώντας τον επιστημονικό χαρακτήρα της ψυχανάλυσης έτσι όπως τον εννοούσε ο Φροϋντ ,  θέλησε να ανοίξει μια συζήτηση , μια έρευνα ,  όσον αφορά στη μοναδικότητα  και ιδιαιτερότητα της ψυχανάλυσης σε σχέση με την επιστήμη.

    Αυτή η ενικότητα γίνεται ήδη αντιληπτή  κατά την τομή (dans la cesure * )  δομής και εμπειρίας [15].  Στο Εtourdit *38στμ  o Λακάν ορίζει τη δομή  ως  «το ασφαιρικό *39στμ  που εγκρύπτεται* στη  γλωσσική άρθρωση στο βαθμό που κατά την άρθρωση γίνεται αντιληπτή μια επίπτωση υποκειμένου [16] ».  Είναι ένα άλλος τρόπος να θυμηθούμε ότι το υποκείμενο της εκφοράς , το υποκείμενο ως αυτό που μιλά για τον εαυτό του στο παρόν [εδώ και τώρα]  είναι ετερογενές αυτού για τον οποίο μιλά («ασφαιρικό»).   Είναι επίσης η υπογράμμιση ότι το υποκείμενο, με την ψυχαναλυτική έννοια, το διαιρεμένο υποκείμενο επομένως, είναι  μια συνέπεια της γλώσσας,  στο βαθμό που νοείται ως επίπτωση αυτού ακριβώς του α σ φ α ι ρ ι κ ο ύ –αυτής ακριβώς της έλλειψης *40στμ . Aυτή η θεωρητική απόφανση αποδίδει  μάλλον καλά ,         ας πούμε όσο καλύτερα μπορεί ,το γεγονός  ότι η ψυχανάλυση είναι μοιρασμένη

α ν ά μ ε σ α *41στμ σε μια θεωρία (την επεξεργασμένη απο τον Φρόϋντ και από τους ψυχαναλυτές  γνώση/savoir*) και την ενική εμπειρία που συγκροτεί κάθε αναλυτική θεραπεία. Μπορούμε να μιλήσουμε για μια σχέση  «εφαρμογής» της θεωρίας στην θεραπεία;  Αναμφίβολα , υπό την προϋπόθεση να μην ξεχνάμε ότι αυτή η εφαρμογή  καταλήγει πάντα στο πείραγμα της θεωρίας από τo περιστατικό (le cas derange la theorie) όπως άλλωστε συμβαίνει κατά κανόνα στις σκληρές λεγόμενες επιστήμες (sciences). Αρα η πρωτοτυπία, η διαφορετικότητα της ψυχανάλυσης βρίσκεται  αλλού.

 

 ΕΠΙΘΥΜΙΑ

Πράγματι, αν σκεφτούμε  ότι η στόχευση μιας θεραπείας είναι η χειραφέτηση της επιθυμίας[17], θα πρέπει, είναι ένα από τα κλειδιά της μεθόδου *42 στμ που μας προσέφερε ο Λακάν, θα πρέπει να εξετάσουμε, να διερευνήσουμε  αυτήν τη γ ε ν ι κ ή *43 στμ  «  της επιθυμίας», τόσο ως αντικειμενικη (η επιθυμία μου χειραφετείται/ελευθερώνεται) όσο και ως υποκειμενική (εγώ χειραφετούμαι από την επιθυμία). Αν την εκλάβουμε ως αντικειμενική, καμμία αντίρρηση: πρόκειται σαφώς περί του να ελευθερώσει κανείς την επιθυμία κατορθώνοντας να αναγνωριστεί και να αναληφθεί από το je *44στμ. Eτσι, η Elisabeth von R., μία από τις πρώτες περιπτώσεις τού Φρόϋντ , θα αναγνωρίσει ότι η «οδυνηρή κόπωση» του δεξιού της γλουτού είναι μεταμφιεσμένη ένδειξη  της επιθυμίας της να αγαπηθεί από τον άντρα της αδελφής της η οποία είχε πρόσφατα πεθάνει.  Αν την εκλάβουμε ως υποκειμενική, το υποκείμενο να ελευθερωθεί/χειραφετηθεί* *45στμ από την επιθυμία, τότε  είναι μια εντελώς άλλη ιστορία. Η επιθυμία είναι πράγματι μετωνυμική , όμοια με κουνάβι τρέχει πέρα δώθε , από αντικείμενο σε αντικείμενο  δίχως ποτέ μα ποτέ να ικανοποιείται γιατί η επιθυμία δεν υπάρχει παρά μόνον ως ανικανοποίητη    (άλλη θέση που η μελέτη τής υστερίας  επέτρεψε στον Φρόϋντ να φέρει στο φως). Ετσι , για να σταματήσει η επιθυμία να ανακυκλώνεται σε μια δίχως τέλος και αλλόκοτη αναζήτηση και το υποκείμενο να πάψει να αναβάλλει πάντα την πράξη για αύριο, η στόχευση  της θεραπείας ειναι κ α ι , και κ υ ρ ί ω ς , να βάλει το υποκείμενο σε θέση να ξέρει αν θέλει αυτό που επιθυμεί  , έτσι όπως το γράφει ο Λακάν στο “Remarques sur le rapport de Daniel Lagache” / “Παρατηρήσεις επί της αναφοράς τού Daniel Lagache” . Aυτό το παιχνίδι ανάμεσα σε επιθυμία και βούληση σηματοδοτεί μια διαλεκτική  που αντιτίθεται τόσο στην άβουλη  επιθυμία   όσο και στην επιθυμία που τείνει σε μια μονομανία που την αλλοιώνει  .  Στην πραγματικότητα  αυτό που επιτρέπει στην επιθυμία να ικανοποιείται  και να μην χάνεται σε μια φυγή προς τα εμπρός , είναι η κίνηση εναλλαγής ανάμεσα σε εξάφανιση και επανεμφάνιση. Πρέπει επομένως  να προσέχουμε  ώστε η «αποφασισμένη επιθυμία» (desir decide) να μην συγχέεται με μια παγωμένη επιθυμία. 

 

ΝΤΕΤΕΡΜΙΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ  ΑΙΤΙΟ

   Το υποκείμενο που αρχίζει μια ψυχανάλυση είναι μη καθορισμένο , με την έννοια πως οι καθορισμοί της ιδιαίτερης ιστορίας του, τού είναι σε μεγάλο βαθμό άγνωστοι. Ο ελεύθερος συνειρμός* , ή  καλύτερα, αυτό που ο Φρόϋντ αποκαλεί Durcharbeitung , εργασία στήριξης, διάσχισης και διέλευσης , θα του επιτρέψει να ξανακτίσει τις αλληλουχίες   των καθορισμών (determinations) που τον έκαναν έτσι όπως είναι . Μόνο που στο σημείο ακριβώς όπου επιτέλους αγγίζει τον ορίζοντα από  όπου θα μπορούσε , γυρνώντας, να ειδωθεί ολόκληρος , το υποκείμενο (ο αναλυόμενος) ανακαλύπτει ότι δεν είναι*46στμ το προϊόν αυτών τών ωστόσο αποδεδειγμένων και βιωμένων καθορισμών . Δεν υπάρχει *46β παρά μόνο ως διαδικασία αποδέσμευσης /αποκόλλησης κατά τη διάρκεια της οποίας  ξαναγράφει την ιστορία του. Σε αυτό το κρίσιμο σημείο , δεν μπορούμε καν να πούμε ότι πρόκειται απλώς για ένα πένθος αυτού «που υπήρξα[18]» *47στμ , αλλά μάλλον  για  ένα «καινούργιο έρωτα» που με αυτόν δεξιώνεται, -υποκύπτοντας ή όχι στην επιθυμία του-, το σύμπτωμα του το οποίο θα καταστήσει εφεξής αίτιο *48στμ του .  Kι είναι γι αυτό, για να κάνουν αισθητό αυτό το όριακό σημείο που ορίζει την ιστορία τού υποκειμένου ως ένα αδύνατον να ανασυντεθεί παρελθόν  , που ο Φρόϋντ και ο Λακάν  έδωσαν τόση σημασία στον ποιητή, γιατί είναι με τη χάρη τού ποιητή που η ελευθερία* , ηθικό συνώνυμο τού απείρου, βρίσκει την αληθινή* της θέση*, πριν ο νομικός την καταστήσει - αλλά πάντα με μια υστέρηση- πολιτισμικό αγαθό . Αυτήν την τόσο κρίσιμη παρατήρηση θα πρέπει να τη συμπληρώσουμε με δύο ακόμα παρατηρήσεις.

 

1) ΔΙΑΖΕΥΞΗ ΤΟΥ ΖΕΥΓΟΥΣ ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ-ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗ.

ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΛΛΟΣ ΝΑ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙ ΓΙΑ ΤΟ ΤΙ ΘΕΛΕΙ Ο ΑΛΛΟΣ.

ΤΕΛΟΣ ΣΤΗ ΧΙΜΑΙΡΑ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ=ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗ.ΤΡΥΠΑ ΣΤΗΝ ΑΛΥΣΣΙΔΑ ΤΩΝ ΣΗΜΑΙΝΟΝΤΩΝ.

  Η πρώτη αφορά στη μεταβίβαση. Ενα από τα θεμελιώδη επιτεύγματα τού Λακάν κατά την επιστροφή του στον Φρόϋντ είναι η διάζευξη τού ζεύγους επανάληψη/μεταβίβαση. H μεταβίβαση δεν ανάγεται στο ίδιο  με αυτό που χαρακτηρίζει  καταγωγικά  τη σχέση τού υποκειμένου με τους γονείς του, γιατί κινητοποιεί επιπλέον μια σεξουαλική*49στμ πραγματικότητα που   προξενείται από την παρουσία του αναλυτή.   Για να το πούμε διαφορετικά , το πραγματικό  του αναλυτή εμποδίζει τη σχέση του αναλυόμενου με τον αναλυτή του  να ξεπατικώσει/επαναλάβει χωρις διαφορά*49β την παλαιά σχέση με τους γονείς.  Είτε γίνεται με τον τρόπο του έρωτα (enamoration) *50στμ  ( “ποτέ δεν θα μπορέσω να σας ξεπεράσω» ) είτε με τον τρόπο της δυσπιστίας  , -λιγότερα εύκολα παραδεκτής, (χρειάστηκαν κάποιοι μήνες στον Ανθρωπο Με Τα Ποντίκια για να πεί στον Φρόϋντ ότι υποψιαζόταν ότι ήταν ο αδελφός ενός εγκληματία που είχε καταδικασθεί πρόσφατα σε θάνατο και που είχε το ίδιο όνομα , Φρόϋντ),-  και ακόμα και αν και οι δύο αυτοί τρόποι συμμετέχουν στην ίδια προσπάθεια  να πετύχουν αυτό που κατ αρχάς είχε αποτύχει, δηλαδή μια γνώση/savoir όσον αφορά στην αυθεντικότητα*51 της αγάπης/έρωτα και στην διπροσωπία  η όχι του Αλλου ,- η έκβαση δεν είναι ποτέ άλλη  παρά  η ανακάλυψη και η επιβεβαίωση  ότι δεν υπάρχει Αλλος για να απαντήσει για το τι θέλει ο Αλλος. H λειτουργία  τού αναλυτή δεν είναι άλλη  από το να συμμορφωθεί και να πληρώσει το τίμημα γι αυτήν  την αποτυχία  και είναι αυτό που εξουσιοδοτεί τον Λακάν να ορίσει την ικανοποίηση ως αυτό που βάζει τέλος στην χίμαιρα τής αλήθειας[19]. Ας ξεκαθαρίσουμε  ότι  δεν  πρόκειται  για παράδοση στον σκεπτικισμό αλλά   για την επισήμανση πως η αλήθεια δεν μπορεί να ειπωθεί όλη , και πως, αν είναι γνωστή  δεν είναι γνωστή παρά μόνο στο ασυνείδητο , [κατά κάποιο τρόπο] στο βαθμό που παραμένει ασυνείδητη. *52στμ   

 

2) ΠΡΩΤΟΓΕΝΗΣ ΤΑΥΤΙΣΗ –ενσωμάτωση συμβολικού στο σώμα οργανισμό  /  σωματοποίηση δομης* èΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ ΤΩΝ ΕΝΟΡΜΗΣΕΩΝ-δεν προκύπτει απο ελεγχόμενες η μη συνθήκες.

Η ΠΡΩΤΟΓΕΝΗΣ ΤΑΥΤΙΣΗ, Η ΣΗΜΑΙΝΟΠΟΙΗΣΗ, ΥΦΑΙΡΕΙΤΑΙ ΤΩΝ ΒΙΟΛΟΓΙΚΩΝ,ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ Η ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΩΝ ΝΤΕΤΕΡΜΙΝΙΣΜΩΝ.

   Η δεύτερη προσθήκη  έχει να κάνει με αυτό που ο Φρόϋντ είχε αρχίσει να εντοπίζει   κατά την διαδικασία της πρωτογενούς ταύτισης και που  ο Λακάν χαρακτήρισε, στην «Ραδιοφωνία» ως ενσωμάτωση του  σώματος τού συμβολικού  στο σώμα οργανισμ*53στμ . Είναι κοινότοπη σήμερα η διαπίστωση ότι πριν μιλήσει το infans , ακόμα και πριν γεννηθει, είναι μιλημένο, έχουν μιλήσει γι αυτό *54στμ. Θα μπορούσαμε να σκεφτούμε ότι το υποκείμενο όταν αρχίζει να μιλά (ας σημειώσουμε ωστόσο οτι δεν συμβαίνει πάντα έτσι), έχει όλη την άνεση , και την ευχέρεια να διορθωσει  ό,τι δεν του κάθεται καλά στον τρόπο με τον οποίο μιλήθηκε, στον τρόπο με τον οποίον μίλησαν γι αυτό. Αυτό ήδη προϋποθέτει και συνεπάγεται ότι μπόρεσε να απο-υποβληθεί/απο-σαγηνευθεί , και γιατί όχι;   Αυτό που όμως ξεχνάμε είναι ότι  εν τω μεταξύ  κατά την ενσωμάτωση (i n c o r p o r a t i o n) τής    δομής *55στμ, αυτό που λαμβάνει χώρα υπό το καθεστώς τού «  αυτό μιλά γι αυτόν»  (“ca* parle de lui” ),  είναι η εγκατάσταση όλης τής [ενορμησιακής και] ενορμητικής  γραμματικής*56στμ : από το πιπίλισμα της Ντόρας , τη δυσκοιλιότητα του Ανθρώπου με τους λύκους μέχρι την ηχοποίηση τού βλέμματος στον πρόεδρο Σρεμπέρ. Ο εθισμός στα ενορμητικά  αντικείμενα από τότε και από εκεί ξεκινά , και το να πιστεύουμε ότι  μια ελεγχόμενη αλλαγή συνθηκών  εν είδει αποσυσκευασίας ή αποσυμπίεσης ,  θα μπορούσε να τον καταργήσει θα σήμαινε ότι  δεν λαμβάνουμε υπόψη  και εθελοτυφλούμε στο  γεγονός ότι αυτή η ελεγχόμενη αλλαγή συνθηκών  δεν είναι λειτουργική , δεν μπορεί να κάνει τίποτα μπροστά  σε μια γραμματική των ενορμήσεων η οποία ακριβώς  δ ε ν προκύπτει από ελεγχόμενες ή μή, σ υ ν θ ή κ ε ς . Tό υποκείμενο επομένως δεν μπορεί παρά να να δράσει διαφορετικά ως πρός  αυτήν  την γραμματική : μπορεί να την αποκρυπτογραφήσει , περνώντας συχνότερα από την κ α τ α σ κ ε υ ή   , παρά από την ε ρ μ η ν ε ί α , του τρόπου *57στμ  με τον οποίο αυτή η γραμματική εγχαράχτηκε στο σώμα του *58στμ

 

ΣΧΕΣΗ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ ΚΑΙ ΨΥΧΑΝΑΛΥΣΗΣ

«Η επιστημη και η αλήθεια [20] ».

ΤΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΠΟΥ ΕΧΕΙ ΕΜΠΛΑΚΕΙ ΣΤΗΝ ΨΥΧ/ΑΝΑΛΥΤΙΚΗ ΠΡΑΞΗ  ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΑΛΛΟ ΑΠΟ ΤΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ ΩΣ DUBITO SUM.

   Aυτές οι σκέψεις  επιτρέπουν ίσως  μια πιο συγκεκριμένη προσέγγιση της σχέσης ανάμεσα σε επιστήμη και ψυχανάλυση και κυρίως μας επιτρέπουν ή μας διευκολύνουν να αφήσουμε στην άκρη τις κακακοπροαίρετες κριτικές  που διϋλίζουν τον κώνωπα και καταπίνουν την κάμηλο . O Λακάν αφιέρωσε , σχεδόν στα  μέσα της διδασκαλίας του, ένα Γραπτό σε αυτό το πρόβλημα : «Η επιστήμη και η αλήθεια [21] ». Η κεντρική προσπάθεια του Λακάν είναι να προωθήσει δύο  καινοτόμες θέσεις : 1. Οτι το υποκείμενο που έχει εμπλακεί στην αναλυτική πράξη δεν είναι άλλο από το «υποκείμενο τής επιστήμης» .  2. Οτι το υποκείμενο της επιστήμης δεν είναι άλλο από το καρτεσιανό υποκείμενο του cogito  η μάλλον τού d u b i  t o   s u m . Aυτό το υποκείμενο διακρίνεται από το ότι απορρίπτει κάθε γνώση όσο προφανής και αν είναι (2 και 3 κάνουν 5 για παράδειγμα)   για να επιτρέψει  την ανάδυση μιας βεβαιότητας τού είναι *59στμ. H ομολογία με την εμπειρία που έχει ένας αναλυόμενος είναι εντυπωσιακή και διαυγαστική  : και στην περίπτωση του αναλυόμενου πρόκειται περί τού να αναδυθεί το είναι τη αλήθειας του /το αληθινό του είναι από το ξετύλιγμα και ξήλωμα της οικογενειακής ιστορίας, των συγκαλυπτικών αναμνήσεων, τής θεμελιώδους φαντασίωσης  κλπ.  Η μόνη μικρή διόρθωση που έκανε ο Λακάν στην εκπληκτική καρτεσιανή διέλευση  είναι να γράψει, όχι  σκέφτομαι , άρα είμαι  αλλά σκέφτομαι : “άρα είμαι”*60στμ και να σχολιάσει αυτήν την τροποποίηση ως εξής: «Με τα εισαγωγικά γύρω από τη δεύτερη πρόταση , διαβάζουμε ότι η σκέψη δεν θεμελιώνει το είναι παρά κατά την ύφανση της *61στμ  στην ομιλία  (parole) όπου το κάθε τι  έχει να κάνει με  την ουσία τής γλώσσας (langage).»  Με αυτό ως δεδομένο , το «donc je suis” , επειδή  ακριβώς  είναι  ομιλία- [ξεστομισμένα λεξεις/λόγια] *62 στμ  , διαφεύγει της αντίρρησης  ότι δεν είναι παρά μία πάρα πάνω σκεψη.     Μόνο που ακριβώς , το ότι η επιστήμη δεν λαμβάνει υπόψη την ομιλία ως ε ι π ω μ έ ν η [από κάποιον]  ως λεγόμενο [κάποιου] *63στμ ,  καθιστά την επιστήμη ανάπηρη  ή τουλάχιστον προβληματική σε σχέση με την  ψυχανάλυση . Η εισβολή  τής ομιλίας (parole)  είναι ό,τι εκ-δηλώνει αυτήν τη διαίρεση τού υποκειμένου, δηλαδή , για να το πούμε με έναν τρόπο που ας ελπίσουμε να μπορεί να προφυλάξει τη ψυχανάλυση από μια ψυχολογίζουσα ακυρωτική ιδιοποίηση της,    η ομιλία λειτουργεί έτσι ώστε το ασυνείδητο [ Je ] να είναι τελεσίδικα εκτός [υποκειμένου του σημαίνοντος-εκτός εκφερόμενου] *63στμ   και όχι στο «βάθος» τού υποκειμένου .

 

ΑΠΟΚΛΕΙΣΜΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ. ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΗ ΔΙΑΣΑΛΕΥΣΗ.

    Οσον αφορά στις σχέσεις ανάμεσα στην επιστήμη και την ψυχανάλυση , ο Λακάν προσπάθησε επιμελώς , σθεναρά και επίμονα  να τις ξεκαθαρίσει , κυρίως από τον «αφορισμό» του και μετά , μετά το 1963 δηλαδή .   Κανείς δεν θυμάται σήμερα αυτή τη στιγμή που δεν είναι πια παρά μια χρονολογία δίχως το ίχνος από την ένταση τής υποκειμενικής διασάλευσης . Ωστόσο αν κάποιος είναι αναλυτής και ο ίδιος,  αρκεί να φανταστεί τον εαυτό του διαγραμμένο από τον χάρτη της φροϋδικής επικράτειας , απαξιωμένο ως αναλυτή , στιγματισμένο ως αντιφρονούντα θεωρητικό, διασυρμένο και berufsverboten , δηλαδή υπό απαγόρευση τόσο ως διδάσκοντα όσο και ως διδακτικό αναλυτή από σύνολη την αναλυτική κοινότητα (συμπεριλαμβανομένων μερικών ψυχαναλυτών για τους οποίους δεν θα μπορούσε να πει κανείς ότι δεν ήταν άξιοι  να λέγονται  και να είναι φροϋδικοί ) , με την εξαίρεση μιάς χούφτας μαθητών που σχεδόν όλοι τους ήταν άγνωστοι και των οποίων η επιστημική μεταβίβαση στον Λακάν υπερίσχυσε τής θεσμικής μεταβίβασης στην ΙPA. H σιωπηρή συνενοχή , η αποσιώπηση , που ήταν και παραμένει ο κανόνας στο αναλυτικό κατεστημένο , όπως και σε κάθε κατεστημένο άλλωστε, ήταν και αυτή στο πρόγραμμα για να κουκουλωθεί αθόρυβα η μαζική δειλία. 

   Aυτός ήταν σίγουρα ένας από τους λόγους που οδήγησαν τον Λακάν να διαμαρτυρηθεί, εμμέσως πλην σαφώς,  διατρανώνοντας  εμφατικά    στο ΧΙ σεμινάριο , Οι τέσσερις θεμελιώδεις έννοιες της ψυχανάλυσης ότι έχει προβεί σε ένα επιστημονικό εγχείρημα με επιστημολογικές  αναφορές στην  φιλοσοφία τού Διαφωτισμού, και στη συνέχεια αφιερώνοντας  το Γραπτό που μόλις σας ανέφερα στην πλέον λεπτή , περίτεχνη και κυρίως την πλέον διαλεκτική  διαύγαση  των σχέσεων ανάμεσα σε επιστήμη και ψυχανάλυση : «Επιστήμη και αλήθεια» . Θα κάνω μία μόνο παρατήρηση που αφορά στην τροποποίηση  του χρόνου και της έγκλισης τού ρήματος που χρησιμοποίησε ο Λακάν  για να προτείνει έναν ορισμό της επιστήμης . Ο Λακάν γράφει:  Για την α λ ή θ ε ι α ως αίτιο ,  [η επιστήμη]  θα ήθελε να μην  ξέρει τίποτα » («n en voudrait rien savoir ») . H  χρήση της ευκτικής δεν αφήνει καμμιά αμφιβολία ότι η επιστήμη δεν καταφέρνει κάτι το οποίο θα ευχόταν να κατάφερνε .

ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΗ ΛΟΓΙΚΗ. ΔΟΜΗ ΣΤΗ ΓΝΩΣΗ.  ASCIENCE.

  Στη «Ραδιοφωνία»  βρίσκουμε έναν άλλον ορισμό της επιστήμης : «ιδεολογία τής απάλειψης  τού υποκειμένου», ορισμός που συνάδει με την μέχρι τότε ανάγνωση, μόνο που καλό είναι να έχουμε υπόψη μας ότι η «ιδεολογία» παραπέμπει σε μια παραγνώριση   της ίδιας της επιστήμης. Είναι άλλωστε στο ίδιο αυτό κείμενο τής «Ραδιοφωνίας» που επισημαίνει ότι η μαθηματική λογική , για την οποία είναι δύσκολο να σκεφτούμε ότι η επιστήμη μπορεί να μη τη λάβει υπόψη , « μας κάνει να επιστρέψουμε στη δομή *64στμ  στη γνώση »  . Ενα πεδίο έρευνας  ανοίγεται εδώ λοιπόν , που θα μπορούσε να αφορά –ξανά ευκτική αλλά μέλλοντα- , την είσοδο σε μια νέα εποχή τής γνώσης χάρη στη ψυχανάλυση. Δίχως , για την ώρα τουλάχιστον, να  προσπαθήσουμε  να πάμε επέκεινα αυτής της διατύπωσης , μπορούμε απλώς να συνάγουμε  ότι , όποιες και αν είναι οι συχνά σκληρές μεταγενέστερες κριτικές  που έκανε ο Λακάν  κατά τού επιστημονικού λόγου και της συγγένειας του με τον καπιταλιστικό λόγο, το ζήτημα της επιστήμης παραμένει ανοικτό  και πολλά  γεγονότα σήμερα μας καλούν να σκεφτούμε πως , στις πλέον αδιαμφισβήτητες επιστήμες  (αφήνοντας κατά μέρος τις ιδεολογίες και τις τεχνοεπιστήμες ) , το ζήτημα της θέσης τού υποκειμένου είναι πλέον ανεπιστρεπτί κατ αρχήν και κατ αρχάς  εκ τών ών ουκ άνευ [22].  Νομιμοποιούμαστε λοιπόν να ονειρευόμαστε μια νέα επιστημονική εποχή , όπου η ψυχανάλυση θα καθοδηγούσε την επιστήμη . Πρόκειται βεβαια για όνειρο, ή , αν προτιμάτε, για φαντασίωση. Ισως έτσι θα πρέπει να ακούσουμε το « l  ascience» [23]   

ΤΟΠΟΛΟΓΙΑ

  Η τοπολογία των τελευταίων σεμιναρίων προκαλεί τουλάχιστον μια διαπίστωση. Δεν μπορούμε να κάνουμε την τοπολογία να πει ο,τιδήποτε, πράγμα που μπορούμε να κάνουμε με την ψυχαναλυτική θεωρία. Ενα κομμάτι σχοινί περνά είτε από κάτω είτε από πάνω από ένα άλλο κομμάτι σχοινί , ανεξαρτήτως της ασυνείδητης σχέσης αυτού που χειρίζεται το δέσιμο. Aν παραμείνουμε στις τοπολογικές ιδιότητες *65 στμ  ,  ένα χέρι είναι ένα σκοινί, το ίδιο  όπως και και ο οργανισμός στο σύνολο του είναι ένας τόρος (δηλαδή ο όγκος που διαμορφώνεται από τη σαμπρέλα/νοούμενη ως αεροθάλαμο ).    Bέβαια το ηλεκτρονικό μικροσκόπιο μας δίδει μια ιδέα λιγότερο αναλογική /ανα-παραστατική («figurative») τής σύνθεσης ενός σώματος*, φτάνει να σκεφθούμε τις έλικες  , όμως το ένα δεν καθιστά  τον άλλο παρωχημένο , μια που  μπορεί κανείς να ιδιοποιηθεί τον ίδιο τοπολογικό τρόπο σε δύο επίπεδα. Για να κάνουμε ένα επιπλέον βηματάκι ας προσθέσουμε ότι η βορρόμεια*66στμ αρχή , ποτέ δύο δίχως τρείς, μπορεί μεν να μην είναι παρά μία τοπική ιδιότητα  αλλά  μπορεί ενδεχομένως να μας εισαγάγει στον θεμελιώδη λόγο που θα καθιστούσε την τοπολογία καθολική επιστήμη τού ιστού *67στμ ψυχικού ή  οργανικού . 

   Ας σταματήσουμε όμως πριν παρασυρθούμε και ας συγκρατήσουμε τούτο: η ψυχαναλυτική γνώση  , ως γνώση κειμενική  δεν εμψυχώνεται παρά μόνο σε κάθε , μια προς μία, καθ έκαστη ψυχανάλυση, και κάθε ψυχανάλυση δομικά συνεπάγεται μιαν ένσταση στην κειμενική γνώση τής ψυχανάλυσης. Γι αυτό και η ψυχανάλυση δεν μπορεί να συμπεριληφθεί στο επιστημονικό παράδειγμα΄ το αναλυόμενο υποκείμενο   δεν μπορεί να τελειώσει την θεραπεία του παρά μόνο αποσπώμενο ως εξαίρεση από το σύνολο των εκφερόμενων που συγκρότησαν τη θεραπεία του και των οποίων η άρθρωση είναι σύμμορφη με την κειμενική γνώση τής  ψυχανάλυσης.  Πράγματι δεν βγαίνει παρά με μια πράξη (και όχι με ενα επιπλέον στοιχείο γνώσης), που πάει να πει αρνούμενο (αυτό σημαίνει να αναλάβει τη διαίρεση του) να βρει την αλήθεια της γνώσης που συσσώρευσε  κατά τη θεραπεία του. Αυτή  ακριβώς η απέκδυση είναι που προσδίδει , στην  παραχθείσα γνώση  το χείλος της , το όριο της . Ας ξεκαθαρίσουμε ωστόσο: αυτή η πράξη δεν συμβαίνει, πραγματικά, παρά σε μια συγκυρία όπου η παραχθείσα γνώση  δεν είναι οποιαδήποτε, διαφορετικά πρόκειται για ψευδoπράξη  όπου το υποκείμενο χάνεται.

 

 

 

 

                             -----------------------------------

 

 

 

ΕΝΤΟΠΙΣΜΟΙ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΣΤΟΝ  ΜΑΡΞ

- ECRITS

H ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ-

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΟΣ

ΤΟ ΠΑΘΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ.

ΑΛΗΘΕΙΑ-ΝΟΗΜΑ

πρωτοκαθεδρία  τού πραγματικού επί του αληθινού-  υλισμοσ;

φροϋδικο/μαρξιστικο

<ψευδές> ΤΟ  εγκώμιο   τού πάθους για την αλήθεια  

  Aς προσεγγίσουμε τώρα τον συμπαίκτη η μάλλον τον sparring partner. Αρκεί να συμβουλευτούμε το index  τών κυρίων ονομάτων των Ecrits , τών Αutres Ecrits και τών σεμιναρίων[24] για να κάνουμε μια πρώτη  αριθμητικά εύγλωττη διαπίστωση: ο Μαρξ αναφέρεται επτά φορές στα Εcrits, δώδεκα φορές στα Αutres Ecrits , δεκαέξι φορές στο Σεμινάριο (Ο Λένιν μόνο τέσσερις φορές συνολικά) . Αυτό μπορεί να φανεί λίγο αλλά πρόκειται  σπάνια για φευγαλέες αναφορές.  Ως επί το πλείστον το όνομα  συσχετίζεται με  κρίσιμες θεωρητικές αναπτύξεις. Μια κριτική και κάπως επιλεκτική παράθεση των σχετικών αποσπασμάτων θα βοηθήσει ώστε να αναδειχθούν οι άξονες τής έρευνας μας  :

-O Mαρξ όπως και ο Σωκράτης, ο Ντεκάρτ και ο Φρόϋντ [25] , διακατέχεται  κατά την αναζήτηση του από το πάθος για την αλήθεια. Μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι δεν πρόκειται για εγκώμιο μια που το πάθος για την αλήθεια μπορεί να συγκαλύψει , να κρύψει, το πραγματικό.

-H υλιστική ανατροπή τού Χέγκελ από τον Μάρξ συνίσταται στην επιστροφή  «του ζητήματος τής αλήθειας [26]» . Σε αυτήν την επιστροφή  το θέμα είναι να  εντοπισθεί η «ιδια η λειτουργία (operation) τού συμπτώματος , «λειτουργία (operation) τού συμπτώματος» , στην οποία ο Φρόϋντ εδωσε στη συνέχεια το οριστικό της καθεστώς΄

- ο Μάρξ , όπως και ο Βossuet , ο Τοynbee η ο Αύγουστος Compte , ανακάλυψε και αυτός ένα νόημα στην ιστορία [27]. Αναμφίβολα, από αυτά τα νοήματα , σύμφωνα και με τον Λακάν, μπορούμε να συγκρατήσουμε κάποια πράγματα , αλλά πρόκειται λιγότερο για αυθεντική*68μτφ ιστορία και περισσότερο για φιλοσοφία της ιστορίας΄

-αυτό που η κουλτούρα μας διασπείρει  υπό την ονομασία <φροϋδικό> δεν είναι μη συγκρίσιμο με αυτό που κυκλοφορεί επονομαζόμενο <μαρξιστικό> .

- τέλος,  η τελευταία αναφορά των Ecrits (“H επιστήμη και η αλήθεια» σελ. 869), είναι ίσως η πιο σημαντική. Αναφερόμενος στη διατύπωση του Λένιν : «Η θεωρία του Μαρξ είναι παντοδύναμη γιατί ειναι αληθινή» , ο Λακάν ασκεί κριτικη στην αφέλεια της ΄και συνεχίζει: “Mια οικονομική επιστήμη εμπνευσμένη από το Κεφάλαιο δεν καταλήγει  αναγκαστικά να χρησιμεύσει ως    επαναναστατική δύναμη, και η ιστορία μοιάζει να απαιτεί άλλα  στηρίγματα απο μια  κατηγορική διαλεκτική *69στμ »  Αυτή η αρκετά καυστική παρατήρηση  προαναγγέλλει αυτό που ο Λακάν θα αναπτύξει όσον αφορά στην πρωτοκαθεδρία  τού πραγματικού επί του αληθινού – μόνη συνθήκη ενός υλισμού περισσότερο αυθεντικού*70στμ από τον μαρξιστικό- και είναι μια παρατήρηση που τέμνεται   με το <ψευδές>  εγκώμιο   τού πάθους για την αλήθεια  με το οποίο είχε πιστώσει τον Μαρξ και τον Φρόϋντ.

 

 

AUTRES ECRITS

Ο,τι βαζει φραγμό στην απόλαυση είναι αλλοτρίωση.

ΑΛΛΟΤΡΙΩΣΗ ΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ-  ΥΠΕΡΒΑΙΝΕΤΑΙ ;

ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ AΛΛΟΤΡΙΩΣΗΣ ΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΑΠΟ Ο,ΤΙ Ο ΜΑΡΞ ΑΠΟΚΑΛΕΙ ΦΕΤΙΧ

    Στα Αutres Ecrits , oι αναφορές στον Μαρξ , ας το επισημάνουμε, είναι όλες μεταγενέστερες του τελευταίου κειμένου των Ecrits. H πρώτη  εμφανίζεται στο «Απάντηση στους φοιτητές της φιλοσοφίας» (πρόκειται για τους μαθητές της ΕΝS της Ulm , από τους οποίους οι περισσότεροι θα γίνουν το Μαη του 1968  οι φορείς  μιας  υπερβολικής <μηντιοποίησης> τόσο του Λακάν όσο και του Μαρξ ). Ο Λακάν αμφισβητεί τη δυνατότητα τού υποκειμένου  «να ξεπεράσει την αλλοτρίωση τής εργασίας». Είναι , λέει, σαν να θέλετε να ξεπεράσετε  «την αλλοτρίωση του λόγου (discours)*71στμ » . Kαι συνεχίζει, επισημαίνοντας εμμέσως πλήν σαφώς στους φοιτητές  την προσχώρηση  τους σε μια αμφιλεγόμενη μαρξιστική βουλγάτα, ως ακολούθως : « Δεν προσβλέπω στο ξεπέρασμα αυτής της αλλοτρίωσης στο βαθμό που όσον αφορά στο αντικείμενο που την στηρίζει, αυτό που ο Μαρξ  - με μια μοναδικά προδρομική της ψυχανάλυσης ομωνυμία- αποκαλεί φετίχ, η ψυχανάλυση αποκαλύπτει τη βιολογική* του σημασία  27 [28] »  

 

 

 

 

ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑ

EΠΑΝΑΤΟΠΟΘΕΤΗΣΗ  ΤΗΣ ΓΑΛΛΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΑΡΞ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗ ΔΟΜΗ ΤΗΣ ΕΝΤΟΣ ΤΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΟΥ ΛΟΓΟΥ

ΔΙΑΚΛΕΙΣΗ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΞΙΑΣ 

  Οι ακόλουθες αναφορές ,τις οποίες θα εξετάσω με μεγάλη φροντίδα σε όλο το βιβλίο ,  βρίσκονται όλες στη «Ραδιοφωνία» (1970).

  Ο Λακάν σημειώνει κατ αρχάς ότι η γαλλική Επανάσταση θα είχε αναχθεί  σε  «επιστροφή των κυρίων , ( “άλλωστε  περί αυτού πρόκειται ” , όπως λέει , “ όσον αφορά στον Βοναπάρτη  και  τον Chateaubriand” ) , αν ο Μαρξ δεν την είχε επανατοποθετήσει ως προς τη δομή της εντός του καπιταλιστικού λόγου. Ομως αυτή η σωτήρια επανατοποθέτηση ακυρώνεται από το γεγονός ότι αυτή η δομή « διέκλεισε * την υπερ-αξία  με την οποία κινητοποιεί αυτόν τον λόγο.”  Και συνεχίζει:  « Με άλλα λόγια είναι από το ασυνείδητο  και από το σύμπτωμα που ευαγγελίζεται την μεγάλη Επανάσταση : είναι από την αποκεκαλυμενη υπερ-αξία που συνάγει, που προεξοφλεί  την λεγόμενη ταξική συνείδηση. 

   Ο Λένιν περνώντας στην πράξη (passant a l acte) , δεν καταφέρνει  τίποτα περισσότερο από αυτό που αποκαλούμε στην ψυχανάλυση παλινδρόμηση : δηλαδή επιστροφή στην εποχή ενός λόγου (discours) η οποία δεν υπήρξε ποτέ στην πραγματικότητα , και πρώτα απ όλα επειδή είναι αδύνατον να έχει υπάρξει 28. Εδώ*72στμ ο Λακάν αντιπαραθέτει τη  φροϋδική αντίληψη για τη δομή , δηλαδή το γλωσσικό της χαρακτήρα  (langagiere)΄ γλωσσική που πάει να πεί σημαδεμένη από ενα “σημείο έλλειψης” βάσει του οποίου ‘λειτουργεί’. *73στμ Θα μπορούσαμε να πούμε ότι κατά κάποιο τρόπο εξετάζεται προκαταβολικά  το καθεστώς τής υπερ-αξίας (plu-value) , όχι με την εννοια επιστροφής σε αυτήν τη θεμελιώδη ανακάλυψη που αποτελεί στον Μαρξ το βάθρο της κριτικης της πολιτικής οικονομίας , αλλά ούτως ώστε η απόλαυση , θα το δούμε , να μην καταλογιστεί  στην υπεραξία .

 

Η ΕΠΙΘΥΜΙΑ ΣΤΟΝ ΜΑΡΞ  

  Oι άλλες αναφορές αφορούν στην επιθυμία* τού Μαρξ , την επιθυμία του ως  εκείνου που ανακάλυψε την υπερ-αξία . Εξου και τούτη η ηχηρή διατύπωση: « Η Mehrwert  [η υπερ αξία], είναι η Marxlust , η υπερ-απόλαυση του Μαρξ [29]. »    

 

ETOURDIT. TELEVISION

Η ΣΚΥΤΑΛΗ ΑΠΟ ΤΟ ΛΟΓΟ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΣΤΟΝ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΟ ΛΟΓΟ (οπου ΛΟΓΟΣ=DISCOURS)

  Στο Etourdit   και μετά στην Τelevision  βρίσκουμε δυο ελάσσονες αναφορές , η μία για το  «ευαγγέλιο του Μαρξ », η άλλη για τον «ιδεώδη εργάτη» που μαζί* με τον Μαρξ,  θα έπαιρνε «τη σκυτάλη aπό τον λόγο του κυρίου». Προσθέτω μια  τελευταία νύξη : την ανεπάρκεια τών εκτιμήσεων τού Μαρξ για τους εβραίους « όσον αφορά στην απαλλαγή αυτής τής εθνότητας από τον συγκροτητικό της απομονωτισμό [30]. »  

 

ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ .

ΑΞΙΑ ΧΡΗΣΗΣ. ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΗ ΑΞΙΑ. ΥΠΕΡΑΞΙΑ.

ΜΕΡΙΚΑ ΖΟΡΙΚΑ  ΣΗΜΕΙΑ .

   Στο Σεμινάριο τώρα που κρατά  είκοσι επτά χρόνια (1953-1980).

   Σύμφωνα με τον Krutzen βρίσκουμε δεκαέξι αναφορές στο όνομα του Μαρξ αλλά υπάρχουν και άλλα σημεία όπου ο Λακάν μιλά για κομμουνισμό και για κομμουνιστές, για καπιταλισμό και για καπιταλιστές , για επανάσταση , για μαρξισμό , για υπερ-αξία , κλπ , που μας προσφέρουν  κάποια καίρια σημεία αναφοράς. Aυτές οι αναφορές είναι διάφορες και διάσπαρτες προσεγγίζουν πολλές  φορές  ωστόσο τις έννοιες τής αξίας χρήσης και τής ανταλλακτικής αξίας.  Εδώ θέλω μόνο να επισημάνω  μερικά  ζόρικα  σημεία.

   Aς πάρουμε το μάθημα της 12ης Απριλίου 1967 (Η λογική της φαντασίωσης) Αυτό που αξίζει να συγκρατήσουμε είναι ότι ο Λακάν αντιπαραθέτει την αξία χρήσης με την  «αξία απόλαυσης»*74στμ , την οποία και τοποθετεί  από τη μεριά της ανταλλακτικής αξίας . Γιατί; Γιατί η απόλαυση δεν είναι νοητή  παρά στο βαθμό που κάτι τι της αφαιρείται, στο βαθμό που κάτι τι αποσπάται. Kαι ακριβώς  η ανταλλακτική αξία δεν πραγματοποιεί την αξία χρήσης , εφόσον αναστέλλει τή χρήση για να πραγματοποιήσει την ανταλλαγή  . Από αυτήν την άποψη λοιπόν , ο Λακάν καθιστά ομόλογες την ψυχαναλυτική έννοια του φετίχ με την έννοια τού φετίχ στον Μαρξ , γιατί  το φετίχ είναι μια αξία χρήσης   «αποσπασμένη/κομένη, όπως λέει, καθηλωμένη-  [σε] μια τρύπα κάπου » *75στμ.   Το φετίχ είναι στον Φρόϋντ το υποκατάστατο τού πέους που λείπει από τη γυναίκα  και γεμίζει μία «τρύπα» . Μόνο που ό, τι θεμελιώνει  την απόλαυση*76στμ  είναι αυτή η τρύπα στην απόλαυση. Κατ αναλογία , η λειτουργία τού φετίχ  στον Μαρξ είναι να εξηγήσει τις εμπορευματικές σχέσεις   παρουσιάζοντας τες  ως σχέσεις ανάμεσα σε πράγματα και όχι ανάμεσα σε πρόσωπα*77στμ . Είναι μια πολύ εκλεπτυσμένη και πολύ λεπτή  διαισθητική προσέγγιση  που συνίσταται στον  ορισμό  τού φετιχισμού τού εμπορεύματος ως εγκατάσταση  ενός υποκατάστατου, τού εμπορεύματος ,  ως δήθεν έχοντος μια εγγενή αξία πράγματος , κάτι που χρησιμεύει στήν απάρνηση τού γεγονότος  ότι αυτή η αξία δεν υπάρχει , και πως δεν είναι παρά το αποτέλεσμα μιας κοινωνικής σχέσης ανάμεσα σε πρόσωπα που παράγουν σε εναν καθορισμένο χρόνο εργασίας. Η τρύπα που συγκαλύπτεται σε αυτήν την περίπτωση είναι η διαφορά το χάσμα ανάμεσα στον αναγκαίο χρόνο εργασίας  για την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης και την υπερεργασία. 

,   Ας συγκρατήσουμε επίσης, όσον αφορά στο σεμινάριο που ακολουθεί τον Μάη του 68 , τα μαθήματα της 13ης και 20ης Νοεμβρίου καθώς και της 4ης Δεκεμβρίου κατά τα οποία ο Λακάν υπενθυμίζει ότι η υπερ-αξία/plus-value *78 στμ, *79στμ  εξαρτάται από μια απάρνηση τής απόλαυσης,  αναφέρει τις εργασίες του Αλτουσέρ για τον Μαρξ, το κομμάτι από το Κεφάλαιο  όπου ο Μαρξ αναφέρει το γέλιο του κεφαλαιοκράτη. Δεν παραλείπει δε να τελειώσει με μιαν αναμνηση    : 20 χρονών να διαβάζει το Κεφάλαιο στο μετρό.

 

«Η ΑΝΑΠΟΔΗ ΤΗΣ ΨΥΧΑΝΑΛΥΣΗΣ» .

-ΥΠΕΡΕΡΓΑΣΙΑ.ΥΠΕΡΑΞΙΑ.

   Το ΧVII βιβλίο του Σεμιναρίου , Η ΑΝΑΠΟΔΗ ΤΗΣ ΨΥΧΑΝΑΛΥΣΗΣ  , είναι αναμφίβολα το πιο πυκνό όσον αφορά στη σχέση του Λακάν με τον Μαρξ . Εδώ  βρίσκουμε τη θέση σύμφωνα με την οποία η Σοβιετική Ενωση  διέπεται από τον πανεπιστημιακό λόγο ,δηλαδή  από μια γραφειοκρατία που οικειοποιείται τη θέση τού παντογνώστη .  Είναι μια συνέπεια αυτού -που ο Μαρξ δεν ήξερε πως να εξαγάγει  απο τον λόγο τού κυρίου, από τον λόγο δηλαδή που είναι η ανάποδη της ψυχανάλυσης΄*80στμ γιατι ο πανεπιστημιακός λόγος  προήλθε από τον λόγο του κυρίου , η διαφορά είναι ότι σε τούτον δω [στον πανεπιστημιακό]  ο κύριος είναι κρυμμενος[31] .  Θα επανέλθω.

 

ΥΠΕΡΑΞΙΑ.ΥΠΕΡΕΡΓΑΣΙΑ.  ΑΠΟΛΑΥΣΙΑΚΟ ΒΟΝUS .[ ΓΙΑ ΠΟΙΑΝ ΑΠΟΛΑΥΣΗ ΜΙΛΑΜΕ;]

   Δύο σημεία αυτού του σεμιναρίου προσεγγίζονται ιδιαίτερα. Πάντα σχετικά με την  υπερ-αξία/plus-value (μάθημα 10-12-1969), ο Λακάν επισημαίνει ότι πρόκειται για «υπερ-εργασία/plus de travail”  πράγμα που είναι ακριβώς ό,τι λέει ο Μάρξ : η υπέρ αξία προέρχεται από τόν χρόνο τής  μέσης κοινωνικής  εργασίας που πραγματοποιείται επί πλέον της εργασίας που επιτελείται για να ανανεωθεί η εργατική δύναμη – και  πληρώνεται ως ένα οποιοδήποτε εμπόρευμα *81στμ  [προστίθεται στην τιμη του εμπορεύματος]. Αυτή η plus-de travail, αυτή η επι- πλέον εργασία , αυτή η υπερ- εργασία αντί να χρησιμεύει για να δίδεται μια επιπλέον πληρωμή/υπέρ-πληρωμή (surpaiement)  στον εργάτη  που πούλησε την εργατική του δύναμη , θα χρησιμεύσει για να πληρωθεί [δηλαδή να αγοραστεί-καταναλωθεί] ένα μπόνους απόλαυσης, ένα plus-de –jouir *81bστμ « και το οποίο υπερεπείγει να σπαταληθεί [32] ” 

 

ΑΠΟ ΤΟΝ ΛΟΓΟ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΣΤΟΝ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΟ ΛΟΓΟ (DISCOURS)  

  Το δεύτερο σημείο αφορά στο μάθημα της 11ης Φεβρουαρίου του 1970 που είναι αφιερωμένο στο “λακανικό πεδίο”, δηλαδή στο “πεδίο της απόλαυσης”.  

  Ως προς τους λόγους (discours) :αυτό που τίθεται εδώ αφορά ακριβώς στο μετασχηματισμό τού λόγου τού κυρίου σε λόγο πανεπιστημιακό. Στον πρώτο είναι ο κύριος που είναι στην δεσπόζουσα θέση , στον δεύτερο είναι η γνώση (savoir).  Περιστροφή, που οδηγεί στη μετατόπιση  που, κατά τον Λακάν, ο Μαρξ θεωρεί λεηλασία. Γιατί;  Γιατί το κλειδί της εκμετάλλευσης βρίσκεται ακριβώς στην αναγωγή *82 της εργατικής δύναμης σε εμπόρευμα που έχει την α η β αξία , και αυτή η αναγωγή  είναι αποτέλεσμα γνώσης . *83 στμ     

 

“D un discours qui ne serait pas du semblant”

επινοητησ του συμπτωματοσ ο μαρξ

  Συνεχίζοντας αυτήν την ξενάγηση, συναντούμε στο επόμενο σεμινάριο  (D un discours qui ne serait pas du semblant) μια σημαντικότατη θέση : “Υπεύθυνος”  για την έννοια του συμπτώματος  είναι ο Μαρξ. Τό ενδιαφέρον τού σχετικού εδαφίου έγκειται στο ότι  αντιμετωπίζει  τον Μαρξ ως αυτόν που, αντιτιθέμενος στον χεγκελιανό  λόγο  ο οποίος συγκροτεί την ακμή μιας παράδοσης όπου το semblant *84στμ  εκλαμβάνεται   «τοις μετρητοίς» , καταγγέλει  το  φετίχ ως ένα semblant  (ένα ‘ως- εαν’, ένα ‘κατ-επίφασιν’, ένα προσχηματικό *84βστμ) .  Aυτό που είναι εντυπωσιακό , σε τούτη τη ξενάγηση , είναι η διαπίστωση  πώς ο Λακάν τοποθετεί τον Μαρξ από τη μια ως “ αυτόν που  δεν μασάει ” , και από την άλλη ως αυτόν που ισχυροποίησε τον λόγο του κυρίου αμφισβητώντας τον.*85στμ Ιδού πως εκφράζεται σχετικά ο Λακάν στο σεμινάριο ...

Οu pire :

[O λόγος τού Μαρξ] αφορά σε μια διαμαρτυρία η οποία καταλήγει να εδραιώνει το ‘λόγο  τού κυρίου’ συμπληρώνοντας τον , και όχι μόνο με την υπερ-αξία ,  αλλά και  προτρέποντας  – νοιώθω οτι αυτό θα προκαλέσει αναταράξεις- προτρέποντας τη γυναίκα να συμμετάσχει ως ίση [33]. » *86στμ  Αυτό το σχόλιο είναι κάτι πέρα από κριτική γιατί εδω διαπιστώνεται ότι  ο Μάρξ «αποκρυσταλλώνοντας τον λόγο τού κυρίου»  (μάθημα της  21ης Ιουνίου 1972) κάνει ενα σημαντικό βήμα , μόνο που αυτό το βήμα δεν είναι το ίδιο με τού Φρόϋντ.

 

RSI.

ΔΙΑΦΟΡΑ ΜΑΡΞ ΚΑΙ ΦΡΟΫΝΤ. ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ/ΕΝΙΚΟ.

Η ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΕΝΙΚΗ ΤΡΟΠΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΘ ΕΚΑΣΤΟΥ 

   Ποιά είναι η διαφορά μεταξύ τους; Μια απάντηση,  λιγότερο ταλαντευόμενη αυτή τη φορά, μας δίδεται στα δύο τελευταία σεμινάρια που θα  αναφέρουμε.  Στο RSI (μάθημα της 18ης Ιανουαρίου 1975), ο Λακάν , αφού  επαναλαμβάνει την άποψη του για την αδιαμφισβήτητη πρωτοκαθεδρία τού Μαρξ  όσον αφορά στην επινόηση τού συμπτώματος, σχολιάζει τον τρόπο που ο Μαρξ  αναλύει το σύμπτωμα  θέτοντας τον προλετάριο ως «μεσσία τού μέλλοντος» καθότι  «στερημένο από τα πάντα» , ως εξής :  « Αν πάψουμε  να θεωρούμε εν γένει τον άνθρωπο ως τον φορέα ενός ιδανικού μέλλοντος , και τον καθορίσουμε καθ έκαστον , κατά την ενικότητα του ασυνειδήτου του και του τρόπου με τον οποίο απολαμβάνει από αυτό (de la facon dont il en jouit) *87 στμτο σύμπτωμα παραμένει στην ίδια θέση  που το έβαλε ο Μαρξ παίρνει όμως ένα άλλο νόημα, δεν είναι ένα κοινωνικό σύμπτωμα, είναι ένα  σύμπτωμα ιδιαίτερο/ενικό (particulier)» *88στμ   . Αυτή η κρίση επιβεβαιώνεται σε μια από τις τελευταίες  δημόσιες παρεμβάσεις τού Λακάν στις 18 Μαρτίου τού 1980 (“Dissolution”/ “Διάλυση” ) : “Απέδωσα φόρο τιμής στον Μαρξ ως επινοητή τού συμπτώματος.  Ο ίδιος ο Μαρξ  ωστόσο  είναι και παλινορθωτής  της τάξης , αν όχι γι άλλο λόγο ,  γιατί επανενέπνευσε  στο προλεταριάτο τη διάσταση (dit-mension *89στμ ) τού νοήματος. Για να το πετύχει αυτό ήταν αρκετό να δηλώσει το προλεταριάτο ακριβώς ως αυτό που είναι : απογυμνωμένο από τα πάντα.    Η Εκκλησία (...)το πήρε το μάθημα και θα επωφεληθεί (…). Να ξέρετε πως το θρησκευτικό νόημα *90στμ  θα κάνει ένα μπουμ που ούτε καν μπορείτε να  φαντασθείτε (...) . Οσο για μένα, προσπαθώ να κρατήσω τα μπόσικα, να αντισταθώ, ούτως ώστε η ψυχανάλυση να μη γίνει μια θρησκεία, όπως τείνει να γίνει , πράγμα που μοιάζει αναπόφευκτο αφ ης στιγμής φαντάζεται κανείς ότι η ερμηνεία δεν λειτουργεί παρά μόνο δια τού νοήματος.  Διδάσκω πως η κινητήρια δύναμη , το δυναμικό, η ενέργεια της   βρίσκεται αλλού, συγκεκριμένα στο σημαίνον ως τέτοιο, σε αυτό καθεαυτο το σημαίνον –αν μπορεί κανείς να εκφραστεί έτσι , στο σκέτο σημαίνον   *91στμ [34].”  Αυτό το εδάφιο εκθέτει με τον καλύτερο τρόπο το τυφλό σημείο τού έργου του Μαρξ  (το αδιέξοδο ως προς το απολαμβάνειν /το αδιέξοδο μπρός στην α π ό λ α υ σ η *92στμ ) που διαλύει , αποδυναμώνει την εγγενώς  επαναστατική  σύλληψη τού συμπτώματος  μετατρέποντας την σε ένα πολιτικό ευαγγέλιο που δεν μπορεί παρά να είναι αντι- εξεγερσιακό .

 

 

ΛΑΚΑΝ «ΕΝΑΝΤΙΟΝ» ΜΑΡΞ ;

 

  Αυτό το βιβλίο δεν είναι ούτε ένα  peplum  του τύπου Ηρακλής εναντίον Γολιάθ, ούτε μια ταινία φαντασίας του τύπου Γκοτζίλα εναντίον Φρανκενστάϊν. Η πρόθεση ‘ε ν α ν τ ί ο ν’  πρέπει να εννοηθεί ως  /ή μάλλον στη λέξη ‘ε ν α ν τ ί ο ν’ πρέπει να  ακούσουμε  το νόημα που έχει στην έκφραση « aide c o n t r e »  / κ ό ν τ ρ α βοήθεια  – βοήθεια π α ρ ά [τη θέληση του]--- που βρίσκουμε στον Λακάν[35]. Με αυτήν την μετατόπιση, μπορεί να γεννηθεί  ο πειρασμός να αναθεωρήσουμε και να διαμορφώσουμε ένα νέο ζεύγος Λακάν-Μαρξ που θα υποκαταστήσει το ζεύγος Μαρξ-Φρόϋντ.  Καμμία αντίφαση΄ κατ αρχήν. Eίναι εντυπωσιακό ότι, για τον Λακάν , ο Μαρξ είναι ένας δάσκαλος τουλάχιστον ίσος με εκείνους που -εκτός από τον Φρόϋντ- δίχως ποτέ να είναι παρωχημένοι διανοίγουν στην εννόηση τού υπαρκτού.    Πλάτων, Αριστοτέλης, Δάντης, Rabelais, Γαλιλαίος, Ντεκάρτ. .. αυτοί οι αυθεντικοί σύγχρονοι/οι αυθεντικοί μοντέρνοι *93στμ.  Τούτοι δω δεν πτοούνται από την ιδέα ότι η ιστορία αναθέτει το  άχθος  τής γνώσης στις μονίμως επερχόμενες γενιές , κάνοντας τους «συγχρόνους» να μοιάζουν παρωχημένοι όσον αφορά αυτό που θα μπορούσε να ήταν η αλήθεια της γνώσης.  Είναι βέβαιο πως ο Λακάν αισθάνθηκε κοντά στη μαρξιστική περιπέτεια, κάτοικος του ίδιου πλανήτη. Για να πάρουμε ένα μόνο παράδειγμα  από τα τελευταία κείμενα των Γραπτών ,  «Τοποθέτηση τού ασυνειδήτου» , όπου αναφερόμενος στην δυσπιστία των κομμουνιστών απέναντι στην ψυχανάλυση γράφει: «Θεωρούμε επομένως  δικαιολογημένη την προκατάληψη που η ψυχανάλυση συναντά (ας προσέξουμε τη χρήση του ενεστώτα) στο Ανατολικό μπλόκ [36].»

   Η συμπάθεια του για τον Politzer  ή για τον Vygotski , όπως και η (κατ ευφημισμόν) χλιαρή  του στάση απέναντι στον Piaget είναι στην ίδια κατεύθυνση. Aκόμα και τους ποιητές, Αραγκόν, Ελυάρ, τους διαλέγει  από αυτό που δεν θα πρέπει να διστάσουμε να αποκαλέσουμε, ένα ορισμένο στρατόπεδο.

   Αυτές οι σκέψεις δεν είναι εκτός θέματος  και ούτε έχουν έναν απλώς ανεκδοτολογικό χαρακτήρα.  Επιτρέπουν να συμπεράνουμε ότι ανάμεσα στον Λακάν και τα παιδιά τού Μαρξ υπάρχει μια διακριτική αδελφοσύνη , διακριτική μα πραγματική, και την ίδια στιγμή υπάρχει μια όχι λιγότερο αντιληπτή ενόχληση από έναν ξεροκέφαλο κομμουνισμό που καταλήγει σε ξύλινο λόγο κατήχησης και που έχει σαν συνέπεια τη συρρίκνωση τού Μαρξ σε φιλόσοφο της ιστορίας.

  Εδώ είναι το όριο.  O Φρόϋντ, το γνωρίζουμε, το εντόπισε  και ακριβώς με αυτόν τον τρόπο στιγμάτισε τον μαρξισμο : Weltanschauung /Κοσμοαντίληψη/Κοσμοθεωρία  .  Θέλησε να προφυλάξει τη ψυχανάλυση από ένα τέτοιο θλιβερό πεπρωμένο. Αναμφίβολα μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι ο «φροϋδισμός» δεν υποκατέστησε την «ψυχανάλυση» και ότι το... «diamat» (dialectical materialism) δεν υποκαθιστά τον  «μαρξισμό», πράγμα που ήδη δείχνει μια κάποια αναντιστοιχία  ανάμεσα στους επιγόνους   του Φροϋντ και  τού Μαρξ.  Οσο για τον «λακανισμό» ,  όρο του οποίου η χρήση παραμένει περιορισμένη, είναι σαφώς υποτιμητικός . Aναμφίβολα γιατί η χρήση του, δεδομένων τών διαφορών  και τών εκπληκτικών αποκλίσεων που μπορεί να εντοπίσει κανείς στους κόλπους της, ακόμα και  αν εξαιρέσουμε τις κατάφωρες απάτες τού γιουνγκισμού και των λεγόμενων ψυχαναλυτικών ψυχοθεραπειών, μπορεί να μας κάνει  να φτάσουμε στο σημείο να αμφισβητήσουμε ότι υπάρχει Η Ψυχανάλυση. Θα έπρεπε λοιπόν να πούμε :  ΟΙ ΨΥΧΑΝΑΛΥΣΕΙΣ  ;  Και ναι και όχι. Οχι, γιατί η ψυχανάλυση  ως γνώση, [με την έννοια του savoir  και όχι της connaissance *94στμ ] ,  δεν είναι δυνατόν να μή θέσει το ζήτημα των ορίων της , ποια είναι τα εκφερόμενα που μπορούν να  θεωρηθούν μη – η αντί- ψυχαναλυτικά, και ποια η  ‘ειδοποιός’ της εξηγητική *95στμ  .  To να μιλάμε για ψυχαναλύσεις  θα σήμαινε ότι δεχόμαστε μια διασπορά δίχως κοινό παρονομαστή και ότι καταργούμε   την αναφορά σε μια ριζική διαφορά που ονομάζεται Φρόϋντ. Καλύτερα νομίζω θα ήταν να μιλάμε για ψυχαναλυτές μέχρι να τολμήσουμε να πούμε , όπως το έκανε ο Λακάν : «  Δεν υπάρχει η παραμικρότερη πρόσβαση στο λέγειν τού Φρόϋντ που να μην ειναι  διακλεισμένη (forclos) - και μάλιστα ανεπιστρεπτί  στην περίπτωση αυτή- από την επιλογή ενός τέτοιου*   αναλυτή [37]. »

   Αναμφίβολα  η υποβάθμιση τού έργου τού Μαρξ  μπορεί εν μέρει να αποδοθεί στους μαθητές του ή μάλλον στους οπαδούς του,  κάτι  τέτοιο  όμως  θα συνέτεινε στην  επανάληψη  της ίδιας αποτυχίας  , στο να αγνοηθεί  ό,τι από το έργο του   είναι επιδεκτικό μιας προσέγγισης τέτοιας που καταλήγει  το κλειδί που μας προσφέρει  να μην ανοίγει  παρά  την κακή πόρτα.  Ο Μαρξ , όπως επιμελώς το είχε  υπογραμμίσει ο Αλτουσέρ, ορίζει το  υποκείμενο ως στήριγμα/άξονα) των παραγωγικών σχέσεων. Καθιστά έτσι το υποκείμενο  έναν δ ρ ώ ν τ α  / φορέα δράσης /agent * 96στμ Οσο για  την έννοια τής μάζας (για την οποία ξέρουμε τι επεφύλαξε ο Φρόϋντ στο έργο του  «Ψυχολογία της μαζας και ανάλυση του εγω»), πρόκειται για μία έννοια που  στηρίζεται στο αξίωμα τής συλλογικοποίησης των δρώντων. Θεωρώντας επομένως το υποκείμενο ως δρώντα και τη μαζα ως συλλογικοποιηση των δρώντων-υποκειμένων- , η απόφανση ότι  οι μάζες  κάνουν την ιστορία δεν έχει τίποτα το ασυνεπές ούτε αιφνιδιαστικό. Το πράγμα αρχίζει να  κολλάει όταν στον Φρόϋντ , και στη συνέχεια με ακόμη πιο τεκμηριωμένο τρόπο στον Λακάν, το υποκείμενο δεν είναι ούτε στήριγμα ούτε δρων/φορέας δράσης.  Ακόμη παραπέρα  , δεν είναι το υποκείμενο τής ψυχολογίας , αυτό το ανθρωπίδιο που άλλο δεν κάνει από το να καθρεφτίζει το πραγματικά περιορισμένο εύρος του δημιουργού του : δεν αρκεί να προσθέσουμε τη σύγκρουση ή το ασυνείδητο για να μεταμορφώσουμε τον βάτραχο σε άμαξα- η μάλλον το αντίθετο-γιατί ο βάτραχος , δηλαδή το διαιρεμένο υποκείμενο , είναι πραγματικός.  Η διαίρεση τού υποκειμένου,  S/ , είναι το στοιχείο δίχως το οποίο η ψυχανάλυση καταρρέει  και διαλύεται. Το διαιρεμένο*97στμ υποκείμενο είναι , όπως θα το αναπτύξουμε, συνδεδεμένο με το γεγονός ότι,  αφ ενός ,  η σεξουαλική* ενόρμηση  που δεν είναι οργανικής τάξης αλλά σωματο-ψυχικής , συνίσταται ακριβώς στην αποτυχία  (ratage) της σωματοποίησης δηλαδή στην αποτυχία της ενσωμάτωσης –αν μπορουμε να το πουμε έτσι- της γλώσσας στο σώμα-οργανισμό*97βστμ  , και  αφ ετέρου,  ότι το ασυνείδητο έχει έναν «ομφαλό» , δηλαδή έναν πυρήνα μη αναγώγιμο*98στμ [τελεσίδικα εκτός],  αφού η ομιλία δεν μπορεί να μιληθεί η ιδια *99στμ  Είναι αυτή η διπλή ανακάλυψη που ο Φρόϋντ ενοποιεί  σε μια έσχατη σύλληψη της Spaltung (c l iv a g e *100/101στμ ) ou  r e f e n t e   du sujet) δ ι χ ο τ ό μ η σ η ς  τού εγώ ανάμεσα σε αναγνώριση και διάψευση τού μητρικού ευνουχισμού,  και  στην οποία ο Λακάν θα επανέλθει η μάλλον θα την επανεπεξεργαστεί  ως υποκειμενική διαίρεση.  

   Δια μιας [αφ ης στιγμής μιλάμε για διαιρεμένα υποκείμενα], διαπιστώνεται ότι τα διαιρεμένα υποκείμενα, σε αντιδιαστολή με τα υποκείμενα-στηρίγματα (supports) , δεν μπορούν αν διαμορφώσουν ένα σύνολο και πως δεν υπάρχει κοινωνική ψυχολογία παρά μόνο ατομική ,  ένας προς ένας/ καθέκαστος , η ακόμα ότι οι σχέσεις ανάμεσα στα υποκείμενα , οι διϋποκειμενικές σχέσεις, δεν μπορούν να επιτρέψουν έναν αυθεντικό διάλογο παρά  σε εξαιρετικά σπάνιες περιπτωσεις. Εγκαταλείπουμε λοιπόν τον κομμουνιστικό χιλλιασμό [38] και  αφήνουμε να μπει το κακό (η πιο λαϊκότροπα η απόλαυση) ως ο μοναδικός εφικτός δεσμός με τον πλησίον μου (  nebenmensch). To καλό* μεσα* στο κακό* δεν είναι ένα  μεταρομαντικό αλλόκοτο  καπρίτσιο  αλλά αυτό που ο Σαντ μπόρεσε , αν και με τρόπο ακόμα άτολμο, να θεωρητικοποιήσει : Μόνο αναγνωρίζοντας το κακό στην απόλαυση , και διαπιστώνοντας πως το κακό είναι μόνιμο * , μόνο τότε είναι δυνατόν να διανοηθούμε την απαξίωση της

 

Η ΑΠΟΣΤΑΣΗ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΜΑΡΞ ΚΑΙ ΤΟΝ ΛΑΚΑΝ : ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΟΝ ΜΠΕΝΘΑΜ

   Τέλος μπορούμε αναρωτηθούμε μήπως ο καταλληλότερος τρόπος για να μετρήσει κανείς την απόσταση  ανάμεσα στον Μαρξ και τον Λακάν θα ήταν η αναφορά στο έργο του Jeremy Bentham. Σε ένα βιβλίο που εμφανίσθηκε το 2007, και το οποίο αναφέρεται στον Βentham[39], o Christian Laval προτείνει το διαχρονικό πορτραίτο τού «οικονομικού ανθρώπου», για τον οποίον , όχι τυχαία, ο Μαρξ   δεν πρότεινε τίποτα , ενώ ένας από τους καλύτερους πορτραιτίστες του παραμένει ο Bentham. Αυτό μπορεί να μας αιφνιδιάσει , στο βαθμό που ο Μαρξ παρουσιάζεται συχνά ως εκείνος που επέβαλε το δόγμα ενός οικονομισμού κατά το οποίο  ότι και αν κάνει ο άνθρωπος , καθορίζεται από τις στοιχειώδεις διατροφικές , ή καλύτερα «υλικές» , ανάγκες.  Στήν πραγματικότητα αυτό που προκύπτει από αυτό το «δοκίμιο για τις ρίζες τού νεοφιλελευθερισμού», είναι η εφευρετικότητα που επιστρατεύθηκε, από τον Bentham μέχρι τον  Walras , συμπεριλαμβανομένου  του Keynes  , για να συγκαλυφθεί ,να κρυφτεί  πίσω απο μια ψυχολογία της επιθυμίας*, το ποσοτικό μέτρο  της αξίας   του οποίου ακριβώς  η κατάδειξη είναι η συνθήκη για να μπορεί να αναγνωρισθεί η εκμετάλλευση. Ο Λακάν, που πάντα  αναγνώριζε και εξεθείαζε τη συγκλονιστική ανακάλυψη της υπερ-αξίας , στην αρχή υιοθέτησε την ίδια κριτική άποψη απέναντι στο Bentham – είναι ένας ωφελιμιστής - που δεν απέχει και πολύ απο την τελεσίδικη καταδίκη του Μαρξ: « [ O Bentham]  προτείνει σαν ανθρωπό-τυπο [...] τον άγγλο χασάπη.[...] Είναι η αστική ανοησία που αγγίζει την ιδιοφυία [40] . » *102στμ  Η εκτίμηση του Λακάν αλλάζει στην Ηθική της ψυχανάλυσης όπου και , στις 18 Νοεμβρίου του 1959 , επισημαίνει ότι αυτός που τον προέτρεψε να διαβάσει τον Bentham με καινούργιο μάτι ήταν ο Jacobson . Από τότε αυτό που  έλκει τον Λακάν στο έργο του Bentham είναι , όπως το λέει σαφώς στο μάθημα τής 11ης Μαϊου 1960, ότι ο « Bentham[...] είναι ο άνθρωπος που προσεγγίζει το ζήτημα στο επίπεδο τού σημαίνοντος». Η διαισθητική εκτίμηση τού Bentham , που τώρα ο Λακάν θαυμάζει, είναι ότι στην πραγματικότητα τα βάσανα και οι χαρές  δεν συνθέτουν μια αριθμητική επιδεκτική  να ρυθμίζει την κοινωνική λειτουργία παρά μόνο στο βαθμό που προσσεγγίζονται απο  «μυθοπλασίες» , μυθοπλαστικά΄ δηλαδή όχι  ως φαινόμενα φυσικώς ποσοτικοποιήσιμα (naturellement quantifiables) αλλά φαινόμενα συμβολικώς  διαμορφούμενα στη γλώσσα. Ολη η διαφορά με τον   νατουραλιστικό ωφελιμισμό *103στμ  βρίσκεται εδώ και ίσως  γι αυτό  ο όρος «ιδιοφυία» ξεφεύγει από τον Μαρξ. Οποιος λέει «συμβολικό» , όποιος μιλά για  «συμβολικό, στην πραγματικότητα λέει ότι η επένδυση τού σημαίνοντος περνά από τον συνυπολογισμό της σχέσης τού σώματος με την α π ό λ α υ σ η , και όχι μόνο με τις α ν ά γ κ ε ς, είτε λέγονται φ υ σ ι κ έ ς είτε ι σ τ ο ρ ι κ έ ς. *104στμ Ετσι λοιπόν σφάλλουμε αν κάτω από το  λιθόστρωτο της υπερ-αξίας δεν διακρίνουμε την αμμουδιά της απόλαυσης *105στμΦ που ο Μαρξ θα αποτύχει, για παράδειγμα, να χειριστεί  με τρόπο ικανοποιητικό , - κυρίως όσον αφορά στο έργο τέχνης  -  το χάσμα*105βστμ ανάμεσα στην ανταλλακτική αξία και την τιμή και θα υποτιμήσει , εξ αιτίας αυτού, την τερατώδη ανάπτυξη του χρηματιστικού κεφαλαίου και της πίστωσης  ως μυθοπλασίας.

 

 

ΝΕΑ  ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ

 

Ολα αυτά διόλου δεν σημαίνουν ότι  θα πρέπει να υποτιμούμε [πολύ περισσότερο δεν θα πρέπει να αποσιωπούμε ] την ιστορία ΄ η τοποθέτηση μας, κάθε άλλο παρά  αποκλείει το  ότι έχουμε να πάρουμε  από την ιστορία ακολουθώντας την παραίνεση του Walter Benjamin,  [ενθυμηθούμενοι εκούσια τις ασυνέχειες ],  δηλαδή ενθυμούμενοι τις ξεχασμένες εμπειρίες *106 στμ  . Ξεχασμένες, λησμονημένες  γιατί ηττημένες  και κατασιγασμένες  εν τη γενέσει τους. To ζήτημα είναι να εμποδίσουμε την ιστορία να μην είναι παρά η ιστορία τών νικητών. Σε αυτό το σημείο εξάλλου υπάρχουν πάνω απο μία αναλογίες με αυτό που συνιστά την αληθινή τομή  μιας ψυχανάλυσης. Οπως το γράφει  ο Benjamin στο εξαιρετικό του κείμενο τού 1940  « ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ»[41] :  « Δεν θα μπορούσαμε να περιγράψουμε καλύτερα τη μέθοδο από την οποία  ξέκοψε ο ιστορικός υλισμός . Ειναι η μεθοδος της ενσυναισθησίας (empathie). Γεννιέται από την τεμπελιά της καρδιάς, την α κ η δ ί α [...]»  Ετσι,  η ακηδία ή θλίψη είναι αυτό  που επηρεάζει  τον ιστορικό, το τίμημα  όταν  λόγω ενσυναισθησίας ταυτίζεται με τον νικητή   (κάτι που εκτός των άλλων έχει σαν συνέπεια , σημειώνει με τόλμη ο Μπένγιαμιν, να σου απαγορεύεται να δεις ότι οι πιο έξοχες πολιτισμικές κατακτήσεις δεν μπόρεσαν να  πραγματοποιηθούν  δίχως βαρβαρότητα  , δηλαδή δεν σου επιτρέπει  να δεις τήν «ανώνυμη δουλεία»    τών συγκαιρινών αυτών των κατακτήσεων *107στμ  .  Η  «ακηδία»  δεν είναι άλλο από την «ηθική δειλία» με την οποία συστοιχίζει ο Λακάν τη θλίψη στην ΤΕLEVISION.*108στμ .Kατά τον ίδιο τρόπο που ο ιστορικός ταυτίζεται με τον νικητή και που κάνοντας το αυτό , η δειλία του τού επιστρέφει με τη μορφή   θλίψης , το υποκείμενο ταυτίζεται με την απώθηση, και η δειλία* του  τού επιστρέφει όπως  και στον ιστορικό , εν είδει  διασάλευσης του θυμικού δηλαδή με ένα συναίσθημα (par un affect *109στμ ).  Με αυτό ως δεδομένο μπορούμε   να προχωρήσουμε και να πούμε ότι από αυτήν την ενσυναισθησία (empathie)  απέναντι  στους νικητές επωφελούνται  και διαιωνίζονται οι κυρίαρχοι τρόποι παραγωγής . Οι σήμερα  ξεχασμένες ιστορίες  είναι αυτές που  πρώτες αμφισβήτησαν τον καπιταλιστικό λόγο , ως μια άλλη έκφανση τού λόγου τού κυρίου. Αυτή η α ν ά π ο δ η  τής ιστορίας  είναι προς διερεύνηση, μπορούμε όμως ήδη να αναρωτηθούμε μήπως το να αρχίσει να γράφεται μια τέτοια ιστορία, το να αρχίσει να γράφεται η ανάποδη της ιστορίας  είναι σύμπτωμα  αμφισβήτησης και συνακόλουθα  παρακμής αυτής της κυριαρχίας.

  Αυτή η ανάποδη , πράγματι, αφ ης στιγμής γράφεται  , ίσως συνιστά σύμπτωμα  και κάνει πιο κατανοητό ότι πρόκειται για  το ίδιο εκείνο που ο Λακάν κατέστησε ορατό  πιστώνοντας στον Μαρξ την επινόηση του συμπτώματος.   Ας επιμείνουμε : πρόκειται για μια ισχυρή ερμηνεία , γιατί ο ίδιος όρος είναι ελάχιστα παρών στον Μαρξ. Υπάρχει μόνο ένας  Maximilien Rubel, ο οποίος στην πολύτιμη εισαγωγή του στα πολιτικά έργα τού  Μαρξ[42] , μπόρεσε να τον ξετρυπώσει σε ένα λόγο που ο Μάρξ  είχε εκφωνήσει στα αγγλικά  σε μια συγκέντρωση των χαρτιστών στο Λονδίνο το 1856:  «Από τη μια  έχουμε βιομηχανικές και επιστημονικές  δυνάμεις  που καμμιά προηγούμενη εποχή τής ιστορίας της ανθρωπότητας  ούτε καν  μπορούσε να υποψιαστεί. Από την άλλη, έχουμε συμπτώματα  παρακμής που ξεπερνούν κατά πολύ τη φρίκη τού τέλους της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας[43]»  Bλέπουμε έτσι να διαγράφεται το πρόβλημα που ορίζει το πολιτικό πεδίο . Ποιό είναι το νόημα* της παρακμής που , εν μέσω προόδου , συνιστά συμπτωμα;    Το αξιοσημείωτο είναι ότι το σύμπτωμα συστοιχίζεται  με την παρακμή* , γιατί αυτή η διασύνδεση  μας κάνει να σκεφτούμε όχι μόνο την πραγματική αντίθεση ανάμεσα σε δυνάμεις προόδου και δυνάμεις αντίδρασης , αλλά πολύ περισσότερο [ανακινεί] το ζήτημα του να μάθουμε τι είναι αυτό που εν μέσω προόδου χτυπά καμπανάκι ούτως ώστε, επισυμβαίνοντας μας επιτρέπει να αντιληφθούμε την παρακμή; Για να πούμε τα πράγματα με τό όνομα τους , πρόκειται άραγε  μόνο, όσον αφορά στην επινόηση τού συμπτώματος, περί τού να σκεφτούμε την πόλωση στην κατανομή του πλούτου ή μήπως μπορούμε επίσης , με βάση αυτό ,  να σκεφτούμε το σύμπτωμα ως αυτό που διαμαρτύρεται,*109στμ κατά την οικοδόμηση μιας σοσιαλιστικής ή κομμουνιστικής αλτερνατίβας στον καπιταλισμό, αυτό που διαμαρτύρεται για την ολοκληρωτική/ολοποιητική  πρόοδο που η εν λόγω απόπειρα υποσχεται;  Σύμπτωμα : ό,τι ενίσταται στην όλοκηρωτική και ολοποιητική πρόοδο που υπόσχεται η εν λόγω ιστορική απόπειρα. *110στμ  Οπως είναι αναμενόμενο, στα πλαίσια μιάς τέτοιας οπτικής  , ένα σύμπτωμα όπως η εργατικη απεργία αποκτά  νόημα , όποιο και αν είναι το πολιτικό συγκείμενο στο οποίο λαμβάνει χώρα, είτε πρόκειται για ένα ανοιχτά καπιταλιστικό καθεστώς είτε για ένα καθεστώς που ισχυρίζεται ότι είναι στην υπηρεσία τής εργατικής τάξης. 

 

ΤΟ ΣΥΜΠΤΩΜΑ ΩΣ ΕΓΓΥΗΤΗΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ   

   Μήπως τελικά , σε κάθε περίπτωση , η  «παρακμή» ως σύμπτωμα δεν είναι άλλο από αυτό που πάντα αντιτίθεται  σε μια εξιδανικευτική τάση που θα ήθελε με κάθε τρόπο να το εξαλείψει ; Μήπως δεν είναι άλλο από αυτό ακριβώς που δηλώνει ένα όριο στην έπαρση τής προόδου, αυτό που ανακόπτει θα λέγαμε την έπαρση της προόδου  , που διαψεύδει την απάλειψη τού συμπτώματος την οποία ευαγγελίζεται η προδρομική , τού επί γής Παραδείσου , χιλιετής νίκη του καλού επί τού κακού ;  Eίναι σε αυτό το επίπεδο που η εξέταση τού τι είναι ένα  σύμπτωμα για την  ψυχανάλυση  θα μας επιτρέψει να προτείνουμε μια κατανοητή και διαυγαστική απάντηση .

   Με αυτην την έννοια είπαμε ότι η συμπτωμική  ένσταση  όσον αφορά στην πρόοδο , δηλαδή στην πραγματικότητα η ένσταση όσον αφορά στην ολοποίηση/τελεολογικοποίηση της ιστορίας ,  εγκαθιδρύει το πολιτικό πεδίο.    

 

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ  

 Aπό αυτήν την άποψη , αν  θεωρήσουμε πως το πολιτικό σήμερα δεν νοείται παρά σε σχέση με τη δημοκρατία , ας προσπαθήσουμε  με γνώμονα τη δημοκρατία  να δουμε τι συμβαίνει .

 

ΠΕΡΙ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

O Jacques Ranciere, στο ενδιαφέρον βιβλίο του  Το μίσος της δημοκρατίας , σφυρηλατεί και υποστηρίζει μια θέση που βοηθά  να συλλάβουμε τι διακυβεύεται εδώ. Ασκεί κριτική στο προφανές που εξομοιώνει  τη δημοκρατία με την «αντιπροσωπευτική δημοκρατία» με μια ηχηρή  διατύπωση: «Η «αντιπροσωπευτική δημοκρατία» μπορεί να ακούγεται σήμερα πλεονασμός. Ομως κάποτε υπήρξε οξύμωρο. [44] »  Οσο για τη θέση του , έγκειται στην διαπίστωση:  «Η δημοκρατία δεν είναι ούτε ένας τύπος συντάγματος ούτε μια μορφή κοινωνίας. Η εξουσία τού λαού δεν είναι η εξουσία τού συγκεντρωμένου πλήθους , τής πλειοψηφίας του ή των τάξεων των εργαζομένων. Είναι ο τρόπος διακυβέρνησης  εκείνων που δεν έχουν πια δικαίωμα να κυβερνούν παρά μόνο να κυβερνώνται [45].»   Η  θέση δεν είναι δίχως μιά ισχυρή φροϋδική αντήχηση : η δημοκρατία  μοιάζει να είναι το όνομα τής ανέφικτης διακυβέρνησης . Ενα αδύνατον.  Ωστόσο , στο βαθμό που δεχθούμε αυτήν τη προσέγγιση, αναπόφευκτη η εξης  αντίρρηση: Η δημοκρατία αποσυνδέεται από κάθε ιστορική αναφορά , αφού , στα πλαίσια αυτής της οπτικής , η δημοκρατική ανάγκη παρουσιάζεται παρούσα ανέκαθεν.

 

  Διαφορετικό είναι  το διάβημα  του  Luciano Canfora στο  δημοκρατία , ιστορία μιας ιδεολογίας [46]. Να πούμε εδώ ότι ο Canfora ως ιστορικός εγγράφεται σαφώς σε μια μαρξιστική παράδοση. Εξάλλου , η ιστορία παραμένει το μόνο πολιτισμικό πεδίο όπου η αναφορά στον Μαρξ παραμένει ενεργός , αν και πρέπει να το πούμε,  οι ιστορικοί που αναφέρονται στους Μαρξ, Finley,Hobswahn, Soboul,Vovelle κ.α., ανήκουν σε μια γενιά που γεννήθηκε πριν από το Δευτερο Παγκόσμιο. Αν παραμέναμε στον υπότιτλο , Iστορία μιας Ιδεολογίας , θα μπορούσαμε να σκεφτούμε ότι ο Canfora δεν ενδιαφέρεται με τρόπο άμεσο για τη δημοκρατία όσον αφορά στις συγκεκριμένες ιστορικές  εκφάνσεις  της. Κάτι τέτοιο όμως θα σήμαινε  οτι δεν αντιλαμβανόμαστε το διακύβευμα του βιβλίου , αφού, αν ο  Canfora αρχίζει σχετικοποιώντας την εξίσωση δημοκρατία=Ελλάδα τού 5ου π.χ αιώνα και αν ενδιαφέρεται επίσης  για την ιδεολογική εργαλειοποίηση που έχει υποστεί ο όρος, η  λεπτομερής του μελέτη  στοχεύει τελικά στο να καταδείξει την υπαγωγή της ως υπερδομής , σε αναλυόμενους με όρους ταξικής πάλης ιστορικούς σχηματισμούς. Κάτι ακόμα πιο σημαντικό : αρνούμενος, και αυτός όπως ο Ranciere ,  να αναγάγει τη δημοκρατία σε μια «πολιτική μορφή» ή σε «έναν τύπο διακυβέρνησης[47]», την καταξιώνει  , στηριζόμενος σε ένα διάλογο του Ηρόδοτου[48], χάρη στον χαρακτήρα της ως σκανδάλου στο βαθμό που στηρίζεται  σε ένα αίτημα ισότητας. Αναμφίβολα  αυτή η διατύπωση είναι   ασαφής , καταφέρνει όμως να  υπογραμμίσει την εξεγερσιακή δύναμη τού περίφημου «με ένα στόμα μιά φωνη» / «ενας για όλους όλοι για έναν» που τρόμαζε ακόμα και  μεχρι το τέλος τού Apartheid,την πλειοψηφία των Λευκών της Νότιας Αφρικής.

    Σίγουρα είναι κρίμα που η επανόρθωση  του Canfora  ενώ βοηθά τον αναγνώστη να βγει από τη μάγευση της ιστορίας των νικητών (από τη μεριά τού καπιταλισμού για την ώρα) τού σοβιετικού συστήματος  είναι λιγότερο διαυγαστική όσον αφορά στους λόγους, που από μια ορισμένη άποψη κατέστησαν τις πολιτικές επιλογές του σοβιετικού συστήματος τον μεγαλύτερο εχθρό του κομμουνισμού.

 

 

 

TO ZHTHMA TOY  ΚΑΙΣΑΡΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΨΥΧΩΣΙΚΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ

  Ωστόσο  θέτει εξ αρχής ένα ζήτημα που ενώ μοιάζει επί μέρους, όλο και επανέρχεται στην ιστορία  : το ζήτημα τού καισαρισμού και γενικότερα  τής θανάσιμης έλξης  που ασκεί η εξουσία τόσο σε αυτούς που διοικούν όσο και σε εκείνους που διοικούνται.  Οσον αφορά στην παρατήρηση του Λακάν για το ψυχωσικό υποκείμενο  που μπαίνει ως κύριος στην πολιτεία τού λόγου για να γλυτώσει  άν όχι  από το παραλήρημα τουλάχιστον από την κονιορτοποίηση του (η λατρεία του Ενός τον προστατεύει από τον θρυμματισμό και την κατάρρευση του ), δεν μπορούμε να μην την συσχετίσουμε  με την ακόλουθη , όσον  αφορά στους Wilson και Hitler, Staline και Ceaucescu, Saddam Hussein, B και Β κλπ. Μήπως θα πρέπει να αναρωτηθούμε αν   «οι μεγάλοι πολιτικοί  άνδρες»  που δεν είναι ψυχωσικοί είναι η μειοψηφία;   Αυτή η επισήμανση δεν συνιστά στιγματισμό  αλλά  έναν μείζονα προβληματισμό που θα μπορούσαμε να διατυπώσουμε και ως εξής:  γιατί   η θέση τού Furher   είναι σήμερα , σε όλα τα επίπεδα της κοινωνικής ιεραρχίας , δίχως να εξαιρέσουμε τις ενώσεις των ψυχαναλυτών, η θέση προτίμησης  όπου ο ψυχωσικός μπορεί να χειριστεί την  περιπλάνηση (errance) του κακομεταχειριζόμενος τον πλησίον του ;  Δεν συνέβαινε το ίδιο σε άλλες κοινωνίες όπου ο ψυχωσικός μπορούσε να βρει μια θέση λιγότερο επιζήμια (τη θέση του σαμάνου για παράδειγμα) . Ενα δεύτερο ζήτημα, σύστοιχο με αυτό τού καθεστώτος του  συμπτώματος μπαίνει αναπόφευκτα εδώ .  Ποιος θα ήταν αυτός ο πολιτισμός που θα μπορούσε να επιτρέψει στα ψυχωσικά υποκείμενα να αξιοποιούν την ιδιοφυία τους αποποιούμενοι την τυρρανία τους , και , επικουρικώς  , τι θα μπορούσε  να βοηθήσει  τους νευρωσικούς  να απαλλαγούν από αυτήν την θανάσιμη έλξη  για τους πρώτους (ο Φρόϋντ είχε ηδη επισημάνει τη σαγήνη που ο διαστροφικός  ασκεί στον νευρωσικό)...  Ολο το έργο τού Michel Foucault ,  άσχετα από την κριτική που μπορούμε να ασκήσουμε για τις λύσεις που προτείνει , είναι αφιερωμένο* στο να μας κινητοποιήσει σε σχέση με αυτήν την ανησυχητική  διαπίστωση.  

 

 

ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ  ΤΟΥ  ΥΠΕΡΒΑΤΙΚΟΥ

ΣΧΕΣΗ ΦΡΟΫΝΤ ΜΕ ΥΠΕΡΒΑΤΙΚΟ ΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΦΡΟΥΝΤ ΓΙΑ ΤΟ ΑΠΟΚΡΥΦΟ ΚΑΙ ΤΗ ΤΗΛΕΠΑΘΕΙΑ..

Τα προηγούμενα δεν θα είχαν ίσως νόημα   αν δεν ειχαν κατά κάποιο τρόπο να κάνουν με   το ζήτημα τής σχέσης τού Φρόϋντ με το υπερβατικό, -δεδομένου οτι θεωρείται πως οι θρησκείες είναι οι μόνες που μπορούν  να έχουν άποψη με ο,τιδήποτε έχει να κάνει με υπερβατικό. O Φρόϋντ επέλεξε  να σπάσει το μονοπώλιο  : αρκεί να διαβάσουμε την αλληλογραφία του με τον πάστορα Pfister, όπου κατεδαφίζει  , με αγριότητα κάποιες φορές, την τάση ευαγγελοποίησης τής ψυχανάλυσης σε σημείο μεταμόρφωσης  των   αναλυομένων  σε πειραματικούς κατηχούμενους. Περισσότερο πολύπλοκη και περισσότερο ταραγμένη είναι η σχέση τού Φρόϋντ  με τον αποκρυφισμό ,  όπως το επεσήμανε η μάλλον όπως  το κατήγγειλε ο Jones, και όπως άλλωστε το επεσήμανε και ο Λακάν  στο LES NON- DUPES ERRENT  (μάθημα της 20ης Νοεμβρίου του 1973). Πρέπει άραγε να θεωρήσουμε τα κείμενα του  Φρόϋντ  για το απόκρυφο και την τηλεπάθεια σκουριές που θα πρέπει να ξεφορτωθούμε , η να τα πάρουμε υπόψη μας  και να συγκρατήσουμε  ό,τι , σε αυτά τα τόσο στριφνά κείμενα , ο Φρόϋντ, κατά την προσπάθεια του να εξηγήσει επιστημονικά τα λεγόμενα υπέρ φυσικά –η παρά φυσικά φαινόμενα,  αφήνει να διαφανεί , στον ίδιο μάλιστα τόπο της συμπτωμικής  του  τρωτότητας , ως άρρηκτος δεσμός  μεταξύ απείρου και λόγου *111στμ.

 

Η ΔΙΑΚΛΕΙΣΗ ΤΟΥ ΥΠΕΡΒΑΤΙΚΟΥ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΕΚ ΝΕΟΥ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΣΤΟΧΑΣΜΟΥ

  Θα αφήσω αυτά τα κείμενα κατά μέρος  για να μείνω σε μια πιο κλασική , αλλά εξίσου διαφωτιστική  , προσέγγιση αν θέλουμε  να διερευνήσουμε το καλώς έχειν του ορίου, αυτού του ορίου που παραχωρώντας στις θρησκείες το μονοπώλιο τού υ π ε ρ β α τ ι κ ο ύ, οδηγούν στην αναγωγή τού συμπτώματος  σε σύμπτωμα ιατρικό *112στμ   Ας πάρουμε την απάντηση τού Φρόϋντ στόν Rοmain Rolland για το ‘ωκεάνιο αίσθημα’ [49] ». Ειναι μια απάντηση που επιτρέπει ή αφήνει  να εννοηθεί ότι επέκεινα του αθεϊστικού κινήτρου , ή τής μεταψυχολογικής φιλοδοξίας, υπάρχει στον Φρόϋντ ένα κλείσε σουσάμι . Το άνοιγμα μέσα από το οποίο θα μπορούσε να ξεχειλίσει  το άγχος , η αγωνία ενός αρνητικού ωκεάνιου συναισθήματος , αν μπορεί κανείς να εκφρασθεί έτσι -κακό τριπ θα το λέγαμε σήμερα-, πρέπει να παραμείνει κλειστό . Και για να ανοίξω τα χαρτιά μου :  η διάκλειση τού υπερβατικού , την οποία σαφώς μπορούμε να συνδέσουμε με τον ενδημικό επιστημονισμό (scientisme)*113στμ  των λογίων και για την οποία γνωρίζουμε  ότι μπορεί να τα βρει θαυμάσια με μια παραψυχολογική αυταρέσκεια , η διάκλειση τού υπερβατικού λοιπόν , πρέπει  να γίνει εκ νέου αντικείμενο στοχασμού. Αν, πράγματι , η εκφορά είναι πάντα έκκεντρη ως προς το εκφερόμενο , αφού το  je   ,  ό,τι και αν εκφέρει , δεν μπορεί  να συμπεριληφθεί ταυτόχρονα στο εκφερόμενο του ως πράξη εκφοράς, *114στμ , αν λοιπόν  έτσι έχουν τα πράγματα ο Φρόϋντ έχει κάθε δίκιο να προσάπτει στη μεταφυσική  καθώς και σε κάθε οντολογία  ότι καμώνεται μια παντοδυναμία  που δεν έχει όταν προτείνει ένα όν (etre), του οποίου η εκφορά  είναι συμπεριλήψιμη στο εκφερόμενο του *115στμ ΄ ον συμπεριλήψιμο στο εκφερόμενο του : πρόκειται για άλλες εκφάνσεις (avatars) του περίφημου « είμαι αυτός που είμαι ή που θα γίνει» * .  Ετσι λοιπόν μήπως  το λ έ γ ε ι ν  (le dire) , αυτό που , θα το δούμε πάρα κάτω, κάνει σύνθeμα από το σύμπτωμα (fait sinthome du symptome) * , είναι άραγε αυτό  χάρη στο οποίο η υπερβατικότητα* του πραγματικού *116στμ διεμβολίζει την δυνητικότητα τού γλωσσικού  – υπόσχεση ενος κόσμου δίχως βάσανα  *117στμ

  

ΕΠΙΣΤΗΜΗ. ΚΡΙΤΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ . ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΥΠΕΡΒΑΣΗΣ.

ΤΟ ΑΠΕΙΡΟ ΤΟΥ ΜΥΣΤΗΡΙΟΥ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΣΧΕΤΙΚΟ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ.

ΠΑΛΙΝΔΡΟΜΗΣΗ ΤΗΣ ΦΡΟΫΔΙΚΗΣ ΜΕΤΑΨΥΧΟΛΟΓΙΑΣ ΣΤΗ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ;

 

Η ΑΠΟΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΨΥΧΩΣΙΚΟΥ : ΑΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΗ ΔΕΞΙΩΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΡΙΑΣ . ΑΒΑΣΤΑΧΤΗ.

UNHEIMILCH  , DAS DING

και

JACULATIONS MYSTIQUES

  Δεν είχε καλό χαρτί κι έτσι η ψυχανάλυση κολυμπά και πνίγεται σε έναν εκκλησιακό* αθεϊσμό καί έναν θετικιστικό πνευματισμό . Αλλά η ψυχανάλυση δεν έχει νόημα παρά μόνο στο βαθμό που δεν κάνει πίσω , που δεν υποχωρεί και επιμένει  να συνδέει (relier) τό άπειρο του μυστηρίου της ύπαρξης με το σχετικό τού λόγου/discours – γνωρίζοντας ταυτόχρονα πώς να αναγνωρίζει   την αποτελεσματικότητα  της επιστήμης. Με την διατύπωση  «άπειρο μυστηρίου» , εννοώ αυτό που η κριτική φιλοσοφία μας  έδωσε πίσω, ξεκινώντας μια κριτική της υπέρβασης υπό τη μορφη αποριών του ορθού λόγου (raison) .   «Aπό πού ερχόμαστε; »  Στο ερώτημα η ηχώ δεν έχει σταματήσει να μη δίνει απάντηση *118στμ  για να σμιλεύεται  σε κάθε   γλώσσα,  το τραγούδι που μουρμουρίζει: «Από εκεί που το τίποτα ξέρει τα πάντα»  *119 στμ    

 

ΑΠΕΙΡΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟΥ

 Aν  η έκφραση «άπειρο μυστηρίου» μπορεί να περάσει για ενσυναισθητική (empathique), και εάν προκαλεί αντιρρήσεις γιατί φαντάζει σαν απειλή παλινδρόμησης τής  φροϋδικής μεταψυχολογίας στη μεταφυσική , θα πρέπει τουλάχιστον να της αναγνωρίσουμε  ότι έχει το κουράγιο  να μην αφήνει να διαλυθούν σε μια υποκριτική ιατρικοποίηση, τα ερωτήματα   που ο ψυχωσικός –για μια ακόμη φορά προσφεύγουμε σε αυτόν  - , λιγότερο μικρόψυχος από αυτήν την άποψη από τον νευρωσικό και τον διαστροφικό , -  δεξιώνεται ως ζωτικό διακύβευμα  και έχει να κάνει με  τα αινίγματα που η θρησκεία και η φιλοσοφία  επαγγέλλονται  να θεραπεύσουν ασηπτικά. *120στμ. Mόνο που η ανακάλυψη τού Φρόϋντ, που την υπερασπίστηκε ακόμα και με το κορμί του , αυτά ακριβώς τα  ερωτήματα αποκαθιστά και αυτά τα αινίγματα*121στμ δυναμοποιεί: για τον Φρόϋντ , θα είναι το  heim/unheimlich *122 στμ , και θα είναι το  das Ding , το Πράγμα που ο Αλλος δεν ξέρει να δαμάσει.  Οσο για τον Λακάν δεν διστάζει να τακτοποιήσει  στο ίδιο ράφι τα Γραπτά  του δίπλα σε ό,τι αποκαλεί «Mυστικές εκχύσεις και αγαλλιάσματα» « jaculations mystiques» *123στμ

 

Η ΕΚΒΑΣΗ ΤΗΣ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΘΕΩΡΙΑ ΑΛΛΑ ΜΙΑ ΣΩΜΑΤΙΚΗ ΕΠΙΠΤΩΣΗ.

H ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΕΚΒΑΛΕΙ ΣΤΟ ΣΩΜΑ.

ΑΠΟΚΡΙΣΗ ΣΩΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ‘ΑΠΕΙΡΟ ΤΟΥ ΜΥΣΤΗΡΙΟΥ’ *124 στμ

Μόνο που, και αυτή η παρατήρηση αρκεί για να δείξει  τον Ρουβίκωνα που διέσχισε   στον πολιτισμό μας   η ψυχανάλυση , η έκβαση αυτής της αναζήτησης δεν είναι μια θεωρία αλλά μια επίπτωση στο σώμα, η καλύτερα : αλλαγή στο σώμα: άρση της αναστολής , εξαφάνιση του άγχους,     μ ε τ α σ τ ρ ο φ ή   της α π ό λ α υ σ η ς σε σχέση με το σύμπτωμα. Αυτά τα αποτελέσματα που διαπιστώνονται σε μια θεραπεία  είναι σωματικές απαντήσεις , αποκρίσεις  σώματος στο «άπειρο του μυστηρίου»  , και  η  εκστατική αγαλλίαση *125στμ της Θηρεσίας    είναι σαφώς ότι, -στο τέλος μιας μεταβίβασης , θεωρούμενης ως υπερβατικής σε ένα αντικείμενο   που δεν έχει παρά ελλειπείς αναπαραστασεις -(όπως Θεός , ας πούμε ), στο  τ έ λ ο ς αυτής της μεταβίβασης λοιπόν, η Θηρεσία  α δ ε ι ά ζ ε ι και ανακουφίζεται από αυτήν τη φρίκη της αμφιβολίας (είμαι δαιμονισμένη ή αγαλλιασμένη  ; ) που την έκανε να απολαμβάνει τόσο από την οδύνη.

 

ΧΕΙΡΑΦΕΤΗΣΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΟΡΜΗΣΗ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ *126 στμ 

  Aυτό που ορίζει την προϊστορία από την οποία ίσως με πολύ κόπο βγαίνουμε , είναι η μή χειραφέτηση όσον αφορά στην ενόρμηση του θανάτου[50] . Η ενόρμηση τού θανάτου που ανακάλυψε ο Φρόϋντ δίδοντας την ακριβή ονομασία στη συνέπεια του γλωσσικού γεγονότος: σκοτώνοντας τα πράγματα, η γλώσσα σκοτώνει και τα πράγματα που είναι οι άνθρωποι , που από κει κι έπειτα ακολουθούν αυτό το δάνειο γλωσσικό* (langagier)  ιδεώδες που συνίσταται στην αναγωγή τους σε ονόματα/στα ονόματα τους . Καλύτερα η δόξα και ο θάνατος από τη ζωή και την απώλεια της τιμής και της αξιοπρέπειας *127στμ   , καλύτερα διαχείριση  παρά  ψυχανάλυση , αφού αυτό που υποτίθεται πως έχει πάνω απ όλα σημασία  είναι να γλυτώσεις απο τη μοίρα /πεπρωμένο των θνητών , η  καλύτερα από τη μοίρα των δίχως σημασία ανθρώπων. Συνέπεια  αυτής της πρώτης υποταγής στα τελετουργικά τού δυνητικού/εικονικού (virtuel)  είναι ότι το πραγματικό (που θα πρέπει να διακρίνεται από την πραγματικότητα) δεν το συναντάμε ποτέ παρά μόνο κατά τύχη , ή κατά την α π ό σ π α σ η του μέσω διαφόρων πρακτικών  (ανάμεσα στις οποίες η ψυχαναλυτική, η ποιητική και η πολιτική εμπειρία *128) , το συναντάμε δηλαδή όποτε η πράξη δεν εργαλειοποιείται από τη  δίψα για ισχύ. *129στμ  

 

 

ΤΡΙΜΕΡΙΣΜΟΣ

 

 

 

Ο,ΤΙ ΣΥΓΚΡΟΤΕΙ ΤΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ:  Η ΔΙΑΙΡΕΣΗ

ΑΝΕΞΙΤΗΛΟ ΣΗΜΑΔΙ ΤΗΣ ΔΙΑΙΡΕΣΗΣ : ΤΟ ΣΥΜΠΤΩΜΑ (Ο,ΤΙ ΕΝΙΣΤΑΤΑΙ ΣΕ ΜΙΑ ΨΕΥΔΟ-ΑΠΟΛΑΥΣΗ ΠΟΥ ΚΑΜΩΝΕΤΑΙ ΤΗΝ ΑΚΥΡΩΣΗ ΤΗΣ ΔΙΑΙΡΕΣΗΣ)

Ο ΕΥΝΟΥΧΙΣΜΟΣ ΔΕΝ ΙΣΟΔΥΝΑΜΕΙ ΜΕ ΤΗ ΔΙΑΙΡΕΣΗ

Ο ΕΥΝΟΥΧΙΣΜΟΣ ΣΥΝΕΠΑΓΕΤΑΙ ΤΟ SEMBLANT

 

Πριν αρχίσω να ασχολούμαι με την <α λα γαλλικά> ζούγκλα  που υπόσχεται η διερεύνηση τού ψυχαναλυτικού ζητήματος , ας μου επιτραπεί μια δήλωση . Υποστηρίζω  ότι  αυτό το βιβλίο στο σύνολο του ανήκει στην ψυχαναλυτική γνώση (savoir).  Θα δούμε να διατυπώνεται μια θέση που δεν είναι δίχως συνέπειες για την αναλυτική εμπειρία , στο βαθμό μάλιστα που έχει να κάνει με την ερμηνεία της δομής : η διαίρεση τού υποκειμένου είναι συγκροτητική τού υποκειμένου *130στμ

 

ΔΙΑΙΡΕΣΗ

  Από το σεμινάριο ΤΟ ΑΓΧΟΣ (1962-1963) και μετά, το διαιρεμένο*131στμ  υποκείμενο (S/)   λέγεται παράγωγο ή προϊόν  [ ως ό,τι παράχθηκε από τη διαίρεση] , ως πηλίκο τής δ ι α ί ρ ε σ η ς τού υποκειμένου , που –δεν–είναι-ακόμα *132στμ ,  από τον Αλλον , τόπο  τής γλώσσας , τόπου απ΄όπου προέρχεται η ομιλία , υπό την προϋπόθεση βεβαίως  [τ η ς ύ π α ρ ξ η ς] ενός  ζώντος δρώντος που θα την ασκήσει  μιλήσει.

ΣΥΜΠΤΩΜΑ

Το σύμπτωμα κατά την προελευσιακή του ανάδυση , είναι το ανεξίτηλο σημάδι  αυτής της διαίρεσης.  Είναι ό,τι φέρνει αντίρρηση σε μια ψευδο-απόλαυση που καμώνεται  ή που ‘υπόσχεται’ την ακύρωση της διαίρεσης . Γνωρίζουμε από την αναλυτική κλινική, ότι  συμπτώματα που μαρτυρούν μια  σχεδόν εκ γενετής α συμφωνία ανάμεσα στο βρέφος (infans) και τη μητέρα  μπορούν να εμφανιστούν πολύ νωρίς. 

 

ΑΝΑΠΛΑΙΣΙΩΣΗ ΕΥΝΟΥΧΙΣΜΟΥ. ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΕΥΝΟΥΧΙΣΜΟΥ ΣΥΝΕΠΑΓΕΤΑΙ SEMBLANT KAI ΦΑΛΛΙΚΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ

Βάσει αυτής της θέσης , μια νέα εννόηση  τού ε υ ν ο υ χ ι σ μ ο ύ  και τού συμπλέγματος του είναι απαραίτητη*133στμ  . Συγκεκριμένα η προαναφερθείσα θέση θα μας επιτρέψει  να διαυγάσουμε την διαφορετικά ακατανόητη φράση τού Λακάν για τον καπιταλισμό ως «διάκλειση του ευνουχισμού» *134στμ . Για να δώσουμε μια πρόγευση αυτής τής διαύγασης , με μια μορφή προς το παρόν, εξίσου συμπυκνωμένη  με εκείνη  που θέλει να διαυγάσει, ας πούμε ότι ο ευνουχισμός είναι ό,τι *135στμ επιτρέπει να παραγάγουμε το semblant *136στμ   σύμφωνα με το οποίο  ο Αλλος ,  αυτός , δεν θα ηταν διαιρεμένος ως υποκείμενο προερχόμενο από αυτόν τον ευνουχισμό .  Με άλλα λόγια , ακόμα και  όταν ο ευνουχισμός λειτουργεί, υποστηρίζει   τη μυθοπλασία  του εκτός-από-έναν, έναν ο οποίος κατ εξαίρεση διαφεύγει τού ευνουχισμού *137στμ .Αυτό το παράδοξο,  ο Λακάν το έλυσε  ταυτοποιώντας ό,τι  θεμελιώνει αυτή τη μυθοπλασία : την επινόηση  ενός  πραγματικού πατέρα *138στμ, απαλλαγμένου/ εξαιρούμενου  από αυτό που κατά τα άλλα απαιτεί η φαλλική λειτουργία, δηλαδή απο το να είναι ευνουχισμένος,  δηλαδή από τον ,  έχεις δεν έχεις τον φαλλό, ευνουχισμό, γιατί το να τον έχει ο άνθρωπος *138β  τον φαλλό, εξυπονοεί  ότι δεν τον είχε από τα πριν  και ότι του δόθηκεκατ εξαιρεση συνεβη να του δοθει  *139στμ . Αυτή η προωθημένη θέση τού Λακάν είναι σύστοιχη μιας άλλης  consequence , που ειρήσθω εν παρόδω, ο φεμινισμός απορρίπτει *140στμ  :  αφ ενός, ότι η γυναίκα δεν διέπεται ό λ η  από το καθεστώς τού ευνουχισμού , και αφ ετέρου ότι ενας άντρας μπορεί και  εκείνος , όπως αυτή,  να παρεκκλίνει τού φαλλικού καθεστώτος .

 

ΔΙΑΙΡΕΣΗ.

Ο ΕΥΝΟΥΧΙΣΜΟΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΙΣΟΔΥΝΑΜΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΙΡΕΣΗΣ.

  Αντίθετα , η  δ ι α ί ρ ε σ η  , αυτή ισχύει για όλους για  τον καθένα και την κάθε μια [ανά πάσα στιγμή*141 στμ]   .  Υπάρχει, το βλέπουμε  ένας κίνδυνος σύγχυσης , στο βαθμό που ο ευνουχισμός θεωρηθεί ισοδύναμος τής διαίρεσης. Είναι αυτή ακριβώς η σύγχυση που μια ψυχανάλυση μπορεί να άρει  αναδεικνύοντας  τη  διαίρεση του Αλλου  ( S (A/) σύμφωνα με το μαθήμιο τού Λακάν). Μια ψυχανάλυση μπορεί έτσι να ξεμπερδέψει με την λατρεία και την καλλιέργεια της έλλειψης και το συνακόλουθο άγχος . Επιτρέποντας στο υποκείμενο να πάψει να παίζει το παιχνίδι τού ευνουχισμού *142στμ βοηθά το υποκείμενο να γυρίσει τη σελίδα της  εγκαινιαστικής απώλειας, της απώλειας λόγω της επινόησης της γλώσσας (langage) , και να ανακαλύψει ότι είναι το γεμάτο, και οχι το άδειο, που μπορεί  να τρομάξει*143στμ   .  

 

ΤΟ ΠΕΡΙΕΡΓΟ ΣΥΝΑΠΑΝΤΗΜΑ ΤΩΝ ΑΝΑΛΥΟΜΕΝΩΝ

    Να πούμε ακόμα πως,  ό,τι χαρακτηρίζει τη ψυχανάλυση μπορούμε να το αντιληφθούμε αν πάρουμε σαν παράδειγμα αυτό το περίεργο συναπάντημα  της αίθουσας αναμονής τού ψυχαναλυτή: ένας ψυχίατρος μπορεί να συναντηθεί με τον ασθενή του , ένας αναλυτής με έναν άλλον αναλυτή  που έρχεται για εποπτεία ,  όμως όλοι είναι εκεί  ως αναλυόμενοι , η ίδια τους η παρουσία αντιτάσσεται σε καθε ιεραρχική τάξη , ενίσταται  σε κάθε απόπειρα ιεραρχικού λόγου. Ο δεσμός αναλυτής/αναλυόμενος , αν εξαιρέσουμε στη φαντασίωση  τού ενός και/ή του άλλου , έχει άλλη  διάταξη , διέπεται από άλλη τάξη  από τα ζεύγη  κύριος/δούλος, καθηγητής/φοιτητής, άρρωστος/γιατρός.  Ηδη το υστερικό υποκείμενο , ανατρέποντας την συμβατική ιεραρχική τάξη, συνιστά σύμπτωμα,  τον λόγο (raison) τού οποίου θα παραγάγει ο αναλυτικός λόγος (discours analytique) . Η τελευταία λέξη είναι πάντα τού αναλυόμενου. 

 

DIVISION DU SUJET / SCISSION DU SUJET  

   Μου φάνηκε λοιπόν πρόσφορο να ξεκινήσω από τούτο : από το να φέρω στο φως την αναπόφευκτη διαίρεση του υποκειμένου (μέρος Ι) και από ό,τι θα μπορούσαμε να ορίσουμε ως αποκορύφωμα ή αντίθετο της ,  και  ελκει την καταγωγή του  απο το καπιταλιστικό ατύχημα: τo σχίσμα (διάσπαση/διχασμό) τού υποκειμενου . Hyde/Jekyll.Dark/Mauler. Σε αυτά τα δύο ζεύγη  αποτυπώνεται  το φάσμα της παρανοϊκης ειλικρίνειας *144στμ : να στραγγαλίζεις με το ένα χέρι αυτόν η αυτήν που ευλογεί το αλλο.

 

ΣΥΝΟΔΟΙΠΟΡΟΙ

  Θα συνεχίσω αναφερόμενος σε τέσσερις   διανοητές που κατά κάποιο τρόπο συνοδοιπόρησαν  με τον Λακάν:  Louis Althusser, Deleuze et Guattari,Slavoj Zizek , που, ο καθένας με τον τρόπο του , υποστηρίζουν μια ανάγνωση τού υποκειμένου που εκκινεί  από την φροϋδική ανακάλυψη. Και ακριβώς επειδή τα εγχειρήματα τους είναι σοβαρά και τεκμηριωμένα   είναι απαραίτητο , αξίζει τον κόπο,  να επισημαίνουμε κάθε φορά την όποια  αναντιστοιχία ως προς τη φροϋδική ανακάλυψη που τα κάνει να εκτρέπονται από την ψυχαναλυτική τροχιά . 

  

 ΑΛΓΕΒΡΑ.

 α  .

   Aν ευνουχισμός σημαίνει ότι η μητέρα δεν έχει τον φαλλό*145στμ  ενώ η διαίρεση αφορά όλα τα υποκείμενα, άντρα η γυναίκα, μπορούμε να εξηγήσουμε τι είναι η διαίρεση ξεκινώντας από τη μαθηματική έννοια του όρου  : ο Αλλος, ο τόπος της γλώσσας  διαιρείται δια τού υποκειμένου, από το υποκείμενο , και αυτή η διαίρεση  [ως ες αεί ατελής] αφήνει ένα υπόλοιπο (reste) , που ο Λακάν ονομάζει αντικειμενο α ,το οποίο δεν μπορεί να συμβολοποιηθεί *146στμ και συνιστά την αποτυχία της γλώσσας (langage) *147στμ   να αναπαραστήσει το πραγματικό ως το τέλος  .

   Aυτήν την αφηρημένη άλγεβρα παροντοποιώ και συγκεκριμενοποιώ στο πρώτο μέρος.  

    Το δεύτερο μέρος είναι πιο βατό .  Κάποιες φορές μόνο απαιτεί από τον αναγνώστη να γίνει επαναναναγνώστης.

 

DISCOURS  

  Προσπάθησα να παρουσιάσω την κατηγορία του λόγου (discours) στο έργο του Λακάν με μια ρέουσα πρόζα που πολύ θα ήθελα να μοιάζει με αυτήν που βρίσκουμε στις απλοποιημένες εκδοχές τών μεγάλων μυθιστορημάτων περιπέτειας για παιδιά. Θα ήθελα μάλιστα ,παραδόξως, να αποκλείσω  τη χρήση τών μαθημίων που επεξεργάστηκε ο Λακάν. Λέω παραδόξως ,γιατί αυτά τα μαθήμια έχουν ως  εκπεφρασμένη  λειτουργία να ευνοήσουν τη μετάδοση της γνώσης [51] .

  Εδώ που τα λέμε , πολύ θα μου άρεσε να είμαι σε θέση να εξηγώ άμεσα, με τρόπο απλό, πράγματα εγγενώς  δύσκολα. Ομως δεν μπορώ και έτσι υιοθέτησα  αυτήν την διαδικασία σε δύο χρόνους  : 1) παρουσιάζω το ρούχο  2) παρουσιάζω τη γυναίκα   . Η ακόμα : πρώτα εξέθεσα  τη μήτρα  των λόγων (discours), την τυπική της λειτουργία και την περιγραφική της καταλληλότητα , για να διερευνήσω στη συνέχεια τις συνέπειες  και τα διακυβεύματα της  κατά την αναδυόμενη γιγαντομαχία της φροϋδικής ανακάλυψης. Δεν πρόκειται μόνο για την αναγνωσιμότητα , πράγμα απολύτως νόμμο. Πρόκειται για το πένθος τής μητρικής γλώσσας, της γλώσσας μητέρας που  μας εισήγαγε στην ψυχανάλυση,  αυτής τού Λακάν. Το πένθος εδώ, συντονισμένο, προηγείται  και καθιζάνει την απώλεια. Με άλλα λόγια , το να λέγεται κανείς μαθητής τού Λακάν προϋποθέτει και συνεπάγεται να μη μένει υποταγμένος στα λακανικά σημαίνοντα  , αλλά να τα κοσκινίζει  για να μην συγκρατήσει τελικά παρά τις σμιλεμένες στα δικά του μέτρα, στην δική του τροπικότητα  έννοιες, ή ακόμα, επειδή η ίδια η έννοια αποδεικνύεται ότι  αδυνατεί να αποδώσει και αποδυναμοποιεί  την εμπειρία  αρμογής , την εμπειρία άρθρωσης   τού απείρου με το πεπερασμένο *148στμ , ίσως είναι καλύτερο να συγκρατούμε μονο τα αξιώματα  : αυτά που επιτρέπουν την πτύχωση της δομής κατά την εμπειρία   . Aυτά τα αξιώματα υπάρχουν;  Υπάρχουν από πάντα και περιμένουν να τα ανακαλύψουμε ; ή έχουν δημιουργηθεί χάρη σε κάποιον ;   ή  μήπως δεν είναι τελικά  παρά συμβάσεις ; H έρευνα είναι εν εξελίξει.

   Αυτό που αντίθετα είναι σίγουρο , είναι ότι,  όποια και αν είναι η αξία των μέσων  με τα οποία ο Λακάν προικίστηκε , και προίκισε και εμάς (γραφήματα, μαθήμια, τοπολογία), για να μεταδώσουμε , με τρόπο επαληθεύσιμο ,    ό,τι , απο την ψυχανάλυση , μπορεί να μεταδοθεί , αυτή η μετάδοση δεν μπορεί να λάβει χώρα παρά  κατά μία διαδικασία που επί ποινή αποκλεισμού από την ψυχαναλυτικη κοινότητα    δεν επιτρέπεται να παραμείνει τυπική –με την έννοια ενός υπολογισμού που θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί με τον υπολογιστή του «λόγιου» , μα δίχως την επιθυμία του΄ δίχως τον συνυπολογισμό της επιθυμίας του . Μόνο που γι αυτήν την  επιθυμία , δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε άλλο από το να διαπιστώσουμε την παρουσία της στο βαθμό που εκδηλώνεται από την αμφισβήτηση , [δηλαδή από το στραμπούληγμα], τής μητρικής γλώσσας. Το να ξανασκεφτόμαστε  τη ψυχανάλυση  αμφισβητώντας την, δηλαδή διακινδυνεύοντας , αυτό είναι το χαρακτηριστικό τής επιθυμίας.

 

ΠΕΡΙ ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΟΣ    

   Στο τρίτο μέρος, τέλος (μέρος ΙΙΙ) , το θέμα είναι η άρθρωση περί αυτού τού θεμελιώδους διανύσματος , τού συμπτώματος κατά την εξεγερσιακή του δυναμική , η επαναδιατύπωση  ζητημάτων , τα οποία  επεξεργασμένα για καιρό και εν πολλοίς σε ένα πεδίο που το καθεστώς  που το διείπε  απαιτούσε  την  μη διαίρεση Μαρξ και Φροϋντ,   είχαν καταντήσει άγονα .  Mετά την <αγρανάπαυση>   λοιπόν , μια ανάκαμψη μου φάνηκε όχι μόνο  δυνατή  αλλά και ευκταία.

  Αυτό το  τρίτο μέρος ονομάζεται «Περί συμπτώματος» γιατί ,  για να επανενεργοποιήσουμε τη μείζονα θέση του Λακάν , το σύμπτωμα συνδέει και διακρίνει ταυτόχρονα το έργο του Μαρξ από το έργο τού Φροϋντ. Με τρόπο επαναληπτικό  , o  Λακάν   αναγνωρίζει στον Μαρξ  ότι επινόησε το σύμπτωμα . Θα δούμε ωστόσο ότι ενώ «το σύμπτωμα  made in Freud δεν είναι το ακριβές αντίγραφο του συμπτώματος τού Μαρξ, δεν είναι ένα δίχως διαφορά ξεπατίκωμα του μαρξικού, η διατομή τους είναι αρκετή για να διαπιστώσουμε οτι και τα δύο έχουν να κάνουν με εναν επιστημικό αθεϊσμό. Εξηγούμαι: τόσο στον έναν όσο και στον άλλον το σύμπτωμα είναι αυτό που κλωτσάει,που εμποδίζει . Για τον Μάρξ είναι το πρώτο και τελευταίο εμπόδιο στον χεγκελιανό ιδεαλισμό που προκρίνει in fine  την  ορθολογικότητα τού πραγματικού και αποτυπώνει μιαν  αντίθεση που ακριβώς αναβάλλει επ άπειρον το τέλος  της ιστορίας ,  δηλαδή αναβάλλει  την εξάντληση της κατά την παραγωγή της ολοποίησης της γνώσης σε μιαν Αλήθεια, με κεφαλαίο Α. Στον Φρόϋντ , είναι το εμπόδιο  στο  θαύμα της διάλυσης της πολύμορφης διαστροφής μιας κακοαρχινισμένης σεξουαλικότητας  στο βασικο οξύ της γενετήσιας σχέσης . Μικρότερο μικρότερη πατούσα στο μικρο παπούτσι  , και το παπουτσι θα παψει να είναι στενό΄ από αυτήν την αυταπάτη  μας απαλλάσσει ο Φρόϋντ.

   Αν είχαμε έστω και μια ελάχιστη  ιδέα  φιλοσοφίας τής ιστορίας , θα μπορούσαμε  να παρατηρήσουμε πως η αργή αγωνία τής μπολσεβίκικης επανάστασης είναι η ιστορία αυτής της τεχνητής  όξυνσης   τών αντιθέσεων  , και στη συνέχεια  της εξίσου τεχνητής  άμβλυνσης έως και συμφιλίωσης  τους,  με αποτέλεσμα  να μπει η επανάσταση στην υπηρεσία  μιας τελεολογικής *149στμ  αντίληψης για τον κομμουνισμό, ιστορία που ευτυχώς  αφυπνίσθηκε από την πτώση ενός τείχους – σύμπτωμα κατ εξοχήν ΄ εδώ μπορούμε να κάνουμε έναν παραλληλισμό με τον βραδύ εκφυλισμό της ψυχανάλυσης,  μετά τον θάνατο τού Φρόϋντ και την εξορία των μαθητών του στην Αμερική , τον οποίο κατήγγειλε ο Λακάν:  ιστορία μιας  συστηματικής παραβίασης ώστε να φτάσουμε στο σημείο γίνει πειστική  η γενετήσια σεξουαλικότητα ως νόρμα και ως επανάκτηση της φύσης τού ζώου με τις δύο πλάτες (μόνο που ξεχνάμε ότι το ζώο μπορεί να έχει δυο πλάτες τού ίδιου φύλου!) κόντρα  στις αστειότητες περί ενός προ και υπό –οιδειποδειοποιημενου infans.  Aυτό που αλλάζει  είναι ότι το αναδυόμενο σύμπτωμα δεν ήταν η πτώση ενός τείχους αλλά ο αφορισμός  ενός ψυχαναλυτή, αφορισμός που τελικά τον απελευθέρωσε [52] .

   Θα  πρέπει να σταθούμε σε αυτή τη διαπίστωση ότι μια αντίθεση , που μόνο η γλώσσα εκλαμβάνει  ως πραγματική, δεν είναι κινητήρια (διαλεκτική αν θέλετε) παρά μόνο επειδή εξισώνει  μαύρο και άσπρο για να αφήσει στην ανθρώπινη πράξη  το προνόμιο να εξαγάγει το ενδεχόμενο καλό από το αναγκαίο κακό. Σωτήρια  ανακάλυψη τής ωμότητας που χρωστάμε στον Antonin Artaud*. Σε αυτή τη βάση  θα αποτολμήσουμε   επίσης κάποια ψήγματα απαντήσεων  στο ερώτημα  «Πώς να τελειώνουμε με τον καπιταλισμό/Πως να βγούμε απο τον καπιταλισμό; » . Πρώτα αρνούμενοι να σκεφθούμε τον σοσιαλισμό και τον κομμουνισμό, -για να χρησιμοποιήσουμε ακόμα μια φορά αυτούς τους όρους- , ως το ξεπέρασμα τής αντίθεσης (ανάμεσα σε παραγωγικές δυνάμεις και παραγωγικές σχέσεις) και του τριμερισμού  (α)ιδιωτική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής  (που οπωσδήποτε θα πρέπει να καταργηθεί), (β) αγορά και (γ) χρηματοπιστωτικοποίηση τού κεφαλαίου. Η υπέρβαση της αντίθεσης παραγωγικες δυνάμεις/παραγωγικες σχέσεις και του προαναφερθέντος τριμερισμού ,  είναι αναγκαία αλλά όχι ικανή συνθήκη . 

     Αυτό που εντυπωσιάζει όταν κοιτάμε αναδρομικά την καθημερινή ζωή των χωρών τού λεγόμενου υπαρκτού σοσιαλισμού/socialisme reel ( έκφραση ασυνείδητα ειρωνική-[ο Bruno αναφέρεται στη γαλλική εκφραση] ) είναι ότι , αφού πέρασε ο επαναστατικός ενθουσιασμός , φαίνεται πως η απάθεια  κατέλαβε τους πολίτες  .  Oι έρευνες μιας κατάλληλα επεξεργασμένης κοινωνικής ψυχολoγίας δυστυχώς λείπουν και έτσι δεν μπορούμε να επαληθεύσουμε  την ακόλουθη υπόθεση, αλλά  η ενδημική  συζήτηση  όσον αφορά  στο ρόλο του υλικού ή ιδεολογικού κινήτρου καταλήγει , με ένα τρόπο που δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί  ,   ότι μια κοινωνία με μια ορισμένη υλική ασφάλεια , μια σχετική σεξουαλική απελευθέρωση και μια ισχυρή κλίση στα πολιτιστικά   ,  δεν κατάφερε [53]  -στην καλύτερη περίπτωση- να καταπολεμήσει   το σύνδρομο των μικρών διαφορών που καθιστούν τις καπιταλιστικές χώρες ελκυστικά  καθρεφτάκια για άγρίους : ελεύθερη κυκλοφορία, λιγότερη επίσημη λογοκρισία, μεγαλύτερη ποικιλία καταναλωτικών αγαθών, βλέπε ρίσκα που  προσδίδουν σε αυτην τη αντι-κοινωνία  τα  ως εάν  (semblants) *150στμ  ώστε  η διάθεση για απόλαυση να παραμένει ζωντανή. Eχω μιλήσει αρκετά για  τις κωδωνοκρουσίες  τού συμπτώματος ως εχέγγυου ζωής (Ερως) *151στμ ούτως ώστε τώρα να είμαι σε θέση  να υπογραμμίσω , αντιστικτικά , εντεύθεν αναμφίβολα τού είναι-τού-συμπτώματος,  δια τού οποίου κάθε υποκείμενο διακρίνεται και ξεχωρίζει από τον κοινωνικό  και γονεϊκό Αλλο,- την απαίτηση  ενός σεβασμού τού γενεαλογικού είναι , του περίφημου Ονόματος-τού-Πατέρα, το οποίο, ακόμα και αν  πρέπει να απαμβλύνουμε, πρέπει να έχουμε στη διάθεση μας για να ανακουφιζόμαστε,  να εξασφαλίζουμε  μια επούλωση του συμπτώματος και να προφυλάσσουμε το υποκείμενο  από το να είναι ένα υποκείμενο γδαρμένο.

   Aς πούμε τέλος ότι στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες , η θρησκεία των πολιτών ,    όμοια με τι  απλές θρησκείες , αναλαμβάνει αρκετά καλά τον  ρόλο τού πρωτογενούς  ιστού   που πάνω του μπορούν  να πλεχτούν τα ως εάν (semblants), ενώ η επαναστατική εποποιία και τα τελετουργικά της , τα πιο πρόσφατα και κυρίως τα στρεβλωμένα  από έναν απατηλό  ψευδοϋλισμό (βλ. διάκλειση του υπερβατικού) απαιτεί και υπόσχεται , για να μη συντριβεί  από ένα προς –τι –λοιπόν - να –απολαμβάνουμε *152στμ , μια κοινωνία αποκλειστικά αποτελούμενη από ποιητές , όνειρο πoυ το τέλος  του σημάδεψε η αυτοκτονία τού Μαγιακόφσκι . 

   Σε αυτό το τελευταίο μέρος λοιπόν , αφού πρώτα ανίχνευσα τις περιπτώσεις που αναδεικνύουν  την κοινότητα όσον αφορά στον εξεγερσιακό χαρακτήρα τού συμπτώματος τόσο στον Μαρξ όσο και στον Φρόϋντ , πράγμα που ήταν το  λιγότερο δύσκολο,  προσπάθησα να διευθετήσω, να τακτοποιήσω  τα ψήγματα  απαντήσεων σε αυτήν την ερώτηση της οποίας η επικαιρότητα μας ξεπερνά ανά πάσα στιγμή :  «Πως να βγούμε από τον καπιταλισμό ; »    

 

ΑΓΙΟΙ;

  Πολύ νωρίς , σε αυτό το άρθρο του 1945 που έχω ήδη αναφέρει , Περί προεξοφλήσεως πρωθύστερης βεβαιότητας  ( “Sur l anticipation de certitude anticipee” ) , o Λακάν διακινδυνεύει , ενεργοποιώντας προβλήματα λογικής, να γράψει ένα δοκίμιο συλλογιστικής όπου μέσω της απολογίας τριών φυλακισμένων, αποτολμά να πάρει τις αποστάσεις του τόσο απο το MASSENPSYCHOLOGIE του Φρόϋντ όσο  και από το  σαρτρικό HUIS CLOS (Κεκλεισμένων των θυρών). Αυτό που κυρίως αναδεικνύει  είναι ότι η λύση τού προβλήματος δεν είναι ορατή και διανοητή παρά μόνο εάν ο καθένας από τους τρεις φυλακισμένους ε μ π ι σ τ ε ύ ε τ α ι  τη συλλογιστική των άλλων δύο  και πως, αφ ης στιγμής ένας από τους τρεις βρίσκει τη λύση και ελευθερώνεται , το ίδιο ισχύει και για τους άλλους δύο. Αυτό το ιδεώδες μοντέλο είναι άραγε εφαρμόσιμο; 

  Γνωρίζουμε πως ο Λακάν , στα μεταπολεμικά χρόνια, ενδιαφέρθηκε  έντονα  για τους πειραματισμούς της αγγλικής ψυχιατρικής που διεξήχθησαν  κατά τη διάρκεια τού Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου από τους Bion και Rickmann που ανέτρεπαν πoλλά προφανή όσον αφορά στην επάρκεια  του <λόγου του κυρίου>  (discours du maitre)  και την ιδεολογία της επιλογής.     

   Mπορούμε να επιβεβαιώσουμε ότι αυτός ο ερευνητικός άξονας  ήταν πάντα  για τον Λακάν  ενεργός  ίσως και  πρωτεύων. Το 1964 ίδρυσε τη  φροϋδική Σχολή τού Παρισιού΄ στόχευε σε μια ένωση που στήριγμα της θα έχει τον αναλυτικό λόγο ως κοινωνικό δεσμό. Η  διάλυση της , τον Ιανουάριο του 1980, ανταποκρίνεται στην απαίτηση να μην επιτρέψει τον εκφυλισμό αυτής της εμπειρίας.    

  Νωρίτερα ωστόσο έχουμε την επινόηση τού περάσματος   (passe), και μετά από μερικά χρόνια, το 1974[54]  ,   αποπειράται να διαμορφώσει μια σχολή στη βάση αυτής της επινόησης. *153στμ  Θα τολμήσω να πώ πως δεν αποκλείεται η αισιοδοξία του Λακάν να έκρυβε την ελπίδα  πως μια ένωση «αγίων»  θα μπορούσε να πετύχει εκεί όπου η φροϋδική Σχολή  τού Παρισιού απέτυχε. Αυτό μπορούμε να το συμπεράνουμε από το γεγονός ότι, στα ίδια χρόνια, και κυρίως στο κείμενο TELEVISION, o Λακάν αναρωτιέται περί τού τι είναι ένας άγιος , τον ορίζει ως αυτόν που «de-charite» απο-ελεημονεί /αν-ελεημονεί / απο-ακριβοποιεί *154στμ και τον  παρομοιάζει  με τον ψυχαναλυτή ΄ τον καθιστά ομόλογο τού ψυχαναλυτή.  De-chariter, το απο-ελεημονείν , το αν -ελεημονείν πάει κόντρα  σε μια ορισμένη εκκλησιαστική παράδοση και έχει μεγαλύτερη σχέση με τη γραμμή Fenelon  και λιγότερο με τη γραμμή Bossuet[55] . De-chariter –αν – ελεημονώ/ [αν ελεήμων/αν –ελέητος-δίχως ελέη ] παραπέμπει  αφενός  σε  ένα εγχείρημα α π ό σ π α σ η ς από τα εγκόσμια ,  δηλαδή  αποστασιοποίησης από τη λύση που έγκειται στο να θες να καταπραϋνεις την αδικία της άνισης κατανομής αγαθών και επομένως του χρήματος, αλλά πάνω απ όλα ο Λακάν παραπέμπει στην αποστασιοποίηση από τη θεολογική αρετή που καθιστά τον θεό το υπέρτατατο cher/carus oν, το πλέον ακριβό όν το ον του οποίου την  πολυτέλεια  δεν μπορεί να  έχει κανείς.

 

  Πρόκειται λοιπόν , με μια ψυχανάλυση που έχει γενικευθεί τόσο όσο ο αλφαβητισμός , περί του να καταστήσουμετον καπιταλισμό παρωχημένο ;  Aυτό θα σήμαινε, αν μη τι άλλο,  ότι ξεχνάμε τούτο , οτι δεν ειναι ολοι ψυχαναλυμένοι εκ γενετής. Λοιπόν; Στοχεύουμε σε μια πλειοψηφία αγίων;  Είναι πολύ απίθανο ο Λακάν να εκτιμούσε μια τέτοια  γλυκερή αντίληψη  θεολογικοποιημένης δημοκρατίας . 

   Eτσι , μετά τη διάλυση τού 1980 , ο Λακάν θα στοιχηματίσει στη λειτουργία , και όχι στα πρόσωπα , για να δημιουργήσει τις συνθήκες  μιας ψυχαναλυτικής ένωσης που , επιτέλους, δεν θα φοβάται να καθοδηγηθεί από τον  ψυχαναλυτικό λόγο για να μην ξαναπέσει στο τέλμα και την «αισχρότητα» της ομάδας.

  

   Mε την εξέταση της διαλεκτικής  ένωσης και θεσμού θα κλείσει αυτό το κεφάλαιο , βάζοντας σε δοκιμασία την ιδέα ότι η κουλτουρα*  δεν  έχει οπωσδήποτε ανάγκη να  θεσμοποιηθεί για να είναι  ενεργός και πως το δίκαιο , όσο αναγκαίο  και αν είναι, δεν είναι θετικό παρά μόνο αν τα υποκείμενα  οριοθετούν την επικράτεια του.

    Tέλος, προσεγγίζοντας το κρίσιμο ζήτημα της θέσης τού υπερβατικού [56]  στην ψυχανάλυση , θα έχω ως αντικείμενο μου οχι μόνο τον διαχωρισμό ανάμεσα σε ψυχανάλυση και ψυχοθεραπεία , αλλά θα αποπειραθώ να προτείνω μια  στερεοσκοπική διαύγαση αφ ενός της έννοιας τού  συνθeματος (synthome)  και αφ ετέρου της ανάγκης  να μην γεμίσουμε τη διαφορά , τό χάσμα *155στμ  ανάμεσα στο όνομα τού πατέρα που λειτουργεί ως η εγγύηση ενός νόμου που ένας πατέρας –ως Αλλος—έχει καθήκον να μας κάνει να σεβόμαστε , και το σύμπτωμα που, αντιτιθεμενο σε αυτην την εγγυηση , θεμελιώνει , εν κινδύνω , τη διαίρεση του υποκειμένου.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 



[1] Τουλάχιστον δυο βιβλία που ασχολούνται ικανοποιητικά με αυτό το ζήτημα :  F.Morin Le nouveau mur de l argent , Paris, Le Seuil, 2006 και F.Chesnais , La finance mondialisee, Paris, La Decouverte , 2004.

[2]Δέν μπορεσα να βρω την αναφορά γι αυτό το παράθεμα μπορούμε ωστόσο να αναφερθουμε στη ποιητικη πρόζα “Le chien et le facon”  για να επαληθεύσουμε ότι όσως είναι κατά την όσφρηση που το δομικό καπρίτσιο της απόλαυσης σε σχέση με την ευχαρίστηση ( ή τη δυσαρέσκεια ) ειναι περισσότερο αναγνώσιμη.

[3] Σε μια σημείωση που προστέθηκε το 1925 στην ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ , ο Φρόϋντ είναι απολύτως σαφής σχετικά με τη λειτουργία της αντίστασης: “H θέση τίθεται εδω με τρόπο απόλυτο: “ O,τι έρχεται να διαταράξει τη συνέχιση της εργασίας είναι μια αντίσταση» , και θα μπορουσε ευκολα να δημιουργήσει παρανοήσεις. Φυσικά δεν έχει άλλη σημασία από αυτήν του τεχνικού κανονα , μιας υπενθύμισης για τον αναλυτή. Δεν μπαίνει εδώ θέμα αμφισβήτησης ότι κατά τη διάρκεια μιας ανάλυσης μπορούν να συμβούν πολλά  τα οποία δεν μπορούμε να καταλογίσουμε στην πρόθεση του αναλυόμενου. Ο πατέρας του αθενή μπορεί να πεθάνει δίχως αυτο να σημαίνει ότι τον δολοφόνησε αυτός , να ξεσπάσει ενας πόλεμος που ενδεχομένως φέρει τέλος στην ανάλυση. Ομως πίσω από την κατάφωρη υπερβολή αυτής της θέσης βρίσκεται παρ ολ αυτά ένα νέο και σωστό νόημα . Ακόμα και αν το διαταρακτικό συμβάν είναι πραγματικό και ανεξάρτητο απο τον ασθενή, αυτό που οπωσδήποτε εξαρτάται συχνά από αυτόν κι μόνο , είναι η σπουδαιότητα που ο ασθενης  του αποδίδει , και η αντίσταση φάινεται αδιαμφισβητητα  κατά την υπερβαλλοντα ζήλο αξιοποίησης τού συμβαντος (στα ΑΠΑΝΤΑ,τ.IV,Παρίσι,PUF, 2003, σ.569.

[4] Τ.Χ.Αdorno, LA PSYCHANALYSE REVISITEE, ακολουθούμενου απο τον J.Le Rider , UN ALLIE INCOMMODE , εκδ. De l Olivier, 2007.

 

[5]  Bλ. F.Guillen, “LA QUERELLE DU PHALLUS”, Psychanalyse , no 8, Toulouse, eres , Iανουάριος 2007.

[6] Μ.Klein. Envie et gratitude  ( Φθόνος και ευγνωμοσύνη) , Paris,Gallimard, 1968.

[7] Βρίσκουμε τη σχετική αναφορά στο J.Lacan ECRITS , Paris,1966,σ.93.  Εν τω μεταξύ από το 1936 , στο συνέδριο τού Μαρίενμπαντ ο Λακάν είχε παρουσιάσει μια πρώτη  εκδοχή που δεν διασώθηκε.

 

 

[8] J. Lacan , ECRITS ,  οp.cit . σ. 197.

[9] ECRITS , Paris , Le Seuil,1966, σ.517.

[10] Bλ. Το θεώρημα τού Godel , Παρίσι, le Seuil, 1989. O λογικός Peirce  πρέπει να αναφερθεί  ως  αυτός που επέτρεψε στον Λακάν να πάρει τς αποστάσεις του από τον στρουκτουραλισμό. Τέλος , όσον αφορά στον Godel , θα διαβάσουμε το συναρπαστικό βιβλίο τού  Pierre Cassou-Nogues , Oι δαίμονες του  Godel , Λογική και τρέλα, Παρίσι, Le Seuil , 2007. 

[11] To 1966 εκδόθηκαν τα Εcrits  τού Λακάν, και το 1970,στις εκδ. Flammarion , Vie et mort en psychanalyse (Ζωή και θάνατος στην ψυχανάλυση ) τού Jean Laplanche . Οσο γόνιμο και ενδιαφέρον  είναι το μέρος περί “ζωής” , τοσο στο μέρος περι “θανάτου” o Laplanche μπλέκεται και καθηλώνεται  σε μία παράφραση των κειμένων του Φρόϋντ που τα κάνει ακόμα πιο σκοτεινά . Aυτό το βιβλίο είναι η αρχή μιας  ενός διχασμού του Laplanche σε σχέση με τον Λακάν που κορυφώνεται στη διατύπωση : το ασυνείδητο είναι η συνθήκη της γλώσσας   .

[12] Ecrits , σ. 782.

[13] M.Borch-Jacobsen, Lacan le maitre absolu (Λακάν ο απόλυτος κύριος) , Παρίσι, Flammarion,1990, σ. 258-259.

 

 

 

 

[14] Αυτή η κατηγορία τού Charles Blondel αναφέρεται από τον Georges Politzer στο βιβλίο του για την concrete ψυχολογία.

[15] Βλ. P.Bruno, Papiers psychanalytiques, Experience et structure (Ψυχαναλυτικά ντοκουμέντα, Εμπειρία και δομή ), Τουλούζη ,PUM, 2000.

[16] J.Lacan, Autres ecrits , Παρίσι, Le Seuil, 2001, σ.483.

[17] Ο Λακάν με τη λέξη “desir” μεταφράζει είτε το Wunsch , την ευχή , που συνήθως χρησιμοποιεί ο Φρόϋντ,  ή το Βegierde η  das Begehren , l avidite /λαιμαργία/απληστία ,που ο Φρόϋντ τη χρησιμοποιεί σπάνια , εμφανίζεται όμως στην Φαινομενολογία τού πνεύματος τού Ηegel. Aυτήν την διπλωπία  θα πρεπει να  την λάβουμε υπόψη αν θέλουμε στα σοβαρά να δ ι α β ά σ ο υ μ ε  αυτό που εννοεί ο Λακάν με τη λέξη desir. [επιθυμία/πόθος/πεθυμια/λαχταρώ]

[18]  Στο βιβλίο του L autre dans le meme ( Τό άλλο στο ταυτό/Ο άλλος στον ίδιο) ,- εκδ. τού λακανικού Πεδίου , 2002- , ο Michael Tunheim ορθώς υπογράμμισε την υπαρκτή αναντιστοιχία , στον Φρόϋντ , ανάμεσα στη θεωρία τού πένθους που ανέπτυξε το 1918 στο «Πένθος και Μελαγχολία» , άρθρο στο οποίο υποστηρίζεται η ιδέα μιας περαίωσης ολοκλήρωσης τού πένθους , και στο γράμμα του της 11ης Απριλίου 1929 στο Binswanger (γράμμα υπογεγραμμένο αρχικά από τον Franz Kaltenbeck), όπου ο Φρόϋντ αναφέρει , επέκεινα της περαίωσης του πένθους , ένα «απαρηγόρητο» . Οσο για το «ποιος υπήρξα /qui je fus» , είναι ο τίτλος μιας συλλογής του Henri Michaux.

[20] Αυτό  το γραπό επαναδιαπραγματεύεται το μάθημα της εισαγωγής του σεμιναρίου που είναι αφιερωμένο στο “Αντικείμενο της ψυχανάλυσης” (“L objet de la psychanalyse”). Yπάρχει στα Εcrits.

[21] Αυτό  το γραπό επαναδιαπραγματεύεται το μάθημα της εισαγωγής του σεμιναρίου που είναι αφιερωμένο στο “Αντικείμενο της ψυχανάλυσης” ( “L objet de la psychanalyse” ). Yπάρχει στα Εcrits.

[22] Bλ. Ε.Klein, Petit voyage dans le monde des quanta (Mικρό ταξίδι στον κόσμο των quanta) , Paris, Flammarion, 2004.

[23] Βλ. Αυτόγραφο γράμμα του Λακάν, στο J.Lacan , Oeuvres graphiques et manuscrits , Arcurial, 2006.   ΑΡΙΘΜΗΣΗ ελεγχος

[24] H. Krutzen, Jacques  Lacan, Seminaire 1952-1953, Index referentiel, Anthropos, 2003.

[25] Ecrits , σ. 193.

[26] Ιbid. , σ.234

[27] Ιbid., σ.260.

 

[28] σ. 208

[29] Ibid. , σ. 260.

[30] Ιbid., σ.588-589

[31] Ηταν ο Σταλιν ένας κρυφός κύριος (maitre) ;  Γιατί όχι, αν σκεφτούμε ότι είχε παρουσιασθεί ως ο κάτοχος της λεγόμενης κομματικής γραμμής.

[32] Σ. 19.  Μπορούμε ωστόσο να  παρατηρήσουμε ότι αυτη η σπατάλη  πρέπει να πλαισιωθεί  ώστε ο καπιταλιστής να μπορεί να επενδύσει ένα μέρος της υπερ-εργασίας (plus-de travail) στην διαδικασία παραγωγής. Ο Λακάν άλλωστε είχε διαβάσει και εκτιμήσει το βιβλίο τού Weber  για την προτεσταντική ηθική του καπιταλισμού.

[33] Μάθημα της 8 Μαρτίου 1972.

 

[34] Ornicar ? , no 20-21 , 1980, σ. 18-19.

[35] “Ξεκινώ από τη  δική μου συνθήκη που είναι αυτή του να φέρεις στον άνθρωπο αυτό που η Γραφή   , καταγγέλλει όχι ως μία βοήθεια σε εκείνον , αλλά ως μία βοήθεια εναντίον του * (παρά τη <θέληση> του. Και,  με αυτή τη συνθήκη , προσπαθώ  να  πορευθώ ” ( J. Lacan, μάθημα της 9 Δεκεμβρίου 1975 ).

[36] J.Lacan, Ecrits, Paris, Le Seuil, 1966, σ. 833.

[37] J.Lacan ,  Autres Ecrits , op.cit. . σ. 454.

[38]  Βλ. Delumeau, Mille ans de bonheur (Xίλια χρόνια ευτυχίας) , Παρίσι, Fayard, 1995.

[39] C. Laval, L homme economique, essai sur les racines du neoliberalisme/Ο οικονομικός άνθρωπος, δοκίμιο για τις ρίζες του νεοφιλελευθερισμού , Paris, Gallimard, 2007.

[40]  K. Marx, Le capital , βιβλίο πρώτο,μερος 7ο, κεφάλαιο ΧΧΙV, παράγραφος 5.

[41] W.Benjamin, Oeuvres III , IV, Politiques, Paris, Gallimard , coll. “La Pleiade”, 1994.

[42]  K.Marx , Oeuvres, IV, Politiques, Paris , Gallimard, coll. “La Pleiade”, 1994.

[43]   K.Marx, F. Engels, Collected Works , vol.14, New York, International Publishers.

[44]  J.Ranciere , La haine de la democratie (Το μίσος της δημοκρατίας), La Fabrique editions, 2005, σ. 61.

[45]  Ibid., σ. 54.

[46]  L.Canfora, La democratie, histoire d une ideologie (H δημοκρατία, ιστορία μιας ιδεολογίας) , Παρίσι, Le Seuil, 2006.

[47]  Ibid., σ. 456.

[48] Διάλογος που άλλωστε  αμφισβητεί την ελληνική προέλευση της δημοκρατίας γιατί  τοποθετεί  την γέννηση της στους Πέρσες.

[49]  Στην ΔΥΣΦΟΡΙΑ ΣΤΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ , Ο Φρόϋντ εξετάζει αυτό το αίσθημα (Gefuhlπου ο Romain Rolland θεωρεί ως το υπόβαθρο των θρησκευτικών αναγκών , ανεξαρτήτως κάθε «πίστης ή χίμαιρας». Αφού κατέδειξε  ότι αυτός ο ίδιος ειναι ξένος σε ένα τετοιο αισθημα, πράγμα που εκ των πραγμάτων αμφισβητεί την καθολικότητα ενός τέτοιου συναισθήματος, ο Φρόϋντ προτείνει μια μεταψυχολογική αναγωγή του: πρόκειται για απομεινάρια  μιας πρώτης, στοιχειώδους ψυχικής κατάστασης , αυτής ενός «απεριόριστου /ανοριοθέτητου ναρκισσισμού». Ταυτοχρόνως , αμφισβητεί  ότι αυτό το <να είμαι ένα με το όλο> είναι  η πηγή  της θρησκευτικής ανάγκης*. Για  τον Φρόϋντ , η εμπειρία της παιδικής  θλίψης (Ηilflosigkeit) υποκαθιστά αυτην την προσδοκία   με την ανάγκη της πατρικής προστασίας , που αυτή είναι η αληθινή πηγή της θρησκευτικής ανάγκης. Με αυτόν τον τρόπο απομακρύνει  κάθε μυστικιστική ανάγνωση της θρησκείας , ή τουλάχιστον την βάζει σε δεύτερη μοίρα. Θα παρατηρήσουμε ωστόσο ότι , για να εκφράσει τη θέση του, ο Φρόϋντ παραθέτει δύο στίχους του Σίλερ  ( «Ας αγαλλιάζει , αυτός που ανασαίνει  ψηλά/ στο ρόδινο φώς» / « Qu il se rejouisse , celui qui respire en haut /dans la lumiere rose») καθώς επίσης  ότι αυτοί οι δύο στίχοι ακολουθούνται απο άλλους που μαρτυρούν ,αναμφίβολα, ένα φόβο, απέναντι στον οποίον αμύνεται ο Φρόυντ, φόβο να αντιπαρατεθούν σε ο,τι υπάρχει «από κάτω» : Γιατί , από κάτω , είναι ο τρόμος   καί ο άνθρωπος δεν πρέπει να προκαλεί τους θεούς  και ποτέ  μα ποτέ  δεν πρέπει να επιθυμησει να δει / αυτό που εκείνοι  είχαν την καλωσύνη  να καλύψουν με τη νύχτα και τον τρόμο.»  Ετσι μπορούμε να πούμε ότι ο  αν-υπερβατισμός (l atranscendantisme) τού Φρόϋντ  συνδέεται με το γεγονός  ότι δεν μπορεί να εγκαταλείψει την προσφυγή  στον πατέρα ως λύση στην παιδική θλίψη και πως  η εκλαϊκευση αυτού του φροϋδικου αν-υπερβατισμού  , οπωσδήποτε αποφασιστική συνθήκη της ψυχανάλυσης, ίσως δεν είναι η τελευταία λέξη.  Παρατηρούμε  εξάλλου, ότι μερικά χρόνια αργότερα , στο γράμμα στον Romain Rolland “Μια διαταραχή της μνήμης πάνω στην Ακρόπολη” , ο Φρόϋντ δεν βρίσκεται μακρυιά από το να τοποθετηθεί , ως προς τον συγγραφέα, σε θέση αναλυόμενου.   Είχε ωστόσο μπρός στα μάτια του αυτό δια του οποίου ο ποιητής λυτρώνεται από τη γλωσσική (με την αρχαιοελληνική έννοια) λυσι , την εξαιρετική φράση τού Grabbe , την οποία και απλώς  παραθέτει  δίχως να θέλει να αναλάβει τις επιπτώσεις της : “ Nαί, δεν θα πέσουμε ποτέ έξω από τον κόσμο. Είμαστε μέσα μια για πάντα».    Στο στόμα δε τού Ηannibal , δηλαδή  εκείνου που , στη δυτική μας ιστορία, ενσαρκώνει τον έσχατο ηττημένο, βάζει την ακόλουθη φράση:  Ενα φάντασμα μας αναστατώνει :  και αν δεν είχε καταστραφεί η Καρχηδόνα αλλά η Ρώμη;   

[50] Ο Jacques Derrida , από ένα εκτός πεδίου ,  διατύπωσε  την κατάλληλη ερώτηση : « [...] μπορούμε άραγε να σκεφτούμε αυτό το απ ό,τι φαίνεται  αδύνατο πράγμα, δηλαδή ένα επέκεινα της ενόρμησης τού θανάτου ή της ώσης για υπέρτατη κυριαρχία,  το επέκεινα μιας ωμότητας/σκληρότητας επομένως  , ενα επέκεινα ενορμήσεων και αρχών , δηλαδή, που δεν θα είχε καμμία σχέση  ούτε με  ενορμήσεις ούτε με  αρχές;» (Εtats d ame de la psychanalyse ,  εκδ. Galilee, 2000).  Και : αν το ερώτημα μπορεί να διατυπωθεί φιλοσοφικά , ισχύει το ίδιο για την απάντηση; , και παραπέρα, μήπως  η απάντηση  απαιτεί την αναλυτική εμπειρία;

[51]  Iδού ένα παράδειγμα του μαθημίου (ετσι ωστε ο απληροφόρητος αναγνώστης να γνωρίσει αυτό που θέλησα /μου πέρασε από τον νου να  του στερήσω :  Α----àΒ    D   C  Mπορούμε να το διαβάσουμε ως ακολούθως: μια υστερική ασθενής (για παράδειγμα η Αννα Ο.) εκπροσωπούμενη απο το Α , ζητά από εναν γιατρό (τον γιατρό Βreuer για παράδειγμα) , εκπροσωπούμενο απο το Β , να της εξηγήσει το γιατι της αρρώστειας της. Αυτό το γιατί είναι επομένως μια γνωση/savoir ,  εκπροσωπούμενη από το C. Tελικά όμως , ο γιατρός αποτυγχάνει. Το αληθινό γιατί , εκπροσωπουμενο από το D,  του διαφεύγει  (γι αυτο και δεν υπάρχει τόξο που να πηγαινει απο το C στο D).

[52] Ο Λακάν  “αφορίσθηκε” το 1963 από την ψυχαναλυτική Διεθνή. Ενας μαρξιστής θα έλεγε: θύμα εκκαθαρίσεων une purge .

[53] Βλ. τις ταινίες των κινηματογραφιστών από την πρώην Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας, Goodbye Lenine, Η ζωή των άλλων.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

55  Bλ.  Ε. Porge , “ La lettre aux Italiens et a quelques autres” , Psychanalyse , no 9, Τουλούζη, eres, 2007.

56 Βλ. J. Le Brun, L amour pur de Platon a Lacan , Paris, le Seuil, 2002

 

[56]  J.Lacan, Television, Paris, Le Seuil, 1974.

 

 

 

 

 

 

 

 

Η  διαίρεση του υποκειμένου

 

 

ΔΙΑΙΡΕΣΗ(SPALTUNG).ΕΠΙΣΤΗΜΟΛΟΓΙΚΟ ΣΥΜΒΑΝ.

ΑΝΑΓΚΗ ΔΙΑΚΡΙΣΗΣ ΕΥΝΟΥΧΙΣΜΟΥ /ΔΙΑΙΡΕΣΗΣ

ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ =ΣΥΓΚΑΛΥΨΗ ΤΗΣ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΗΣ ΔΙΑΙΡΕΣΗΣ

   Διαίρεση του υποκειμένου ΄division du sujet . Διαίρεση. Division *1στμ ΄είναι και στρατιωτικός όρος . Ομως η διαίρεση (division) τού υποκειμένου δεν  είναι ενα πολεμικό σύνταγμα, παρόλο που η στρατιωτική μεταφορά μπορεί να χρησιμέψει για να μας υποψιάσει ότι η διαίρεση είναι το μόνο όπλο που διαθέτει το υποκείμενο για να γίνεται και να παραμένει ευαίσθητο*2στμ (sensible) στο πραγματικό . Να πούμε εδώ ότι θεωρούμε πραγματικό , ή καλύτερα,  μιλάμε για πραγματικό όταν βρισκόμαστε μπροστά σε κάτι που αντιστέκεται στη γλωσσική τιθάσσευση του.*3στμ Το πραγματικό « είναι» *4στμ   πραγματικό  στο βαθμό που αντιστέκεται στην γλωσσική εξημέρωση , είναι ό,τι , όπως και στον καιρό τού Francois Villon , “μας κάνει νάμαστε αλλά και  ροκανίζει ό,τι είμαστε (nous fait et nous ronge) *5στμ . Διαίρεση , αν έτσι μεταφράσουμε τον γερμανικό όρο του Φρόϋντ  die Spaltung,  έναν όρο που εμφανίζεται στον  ύστερο Φρόϋντ στο άρθρο « le clivage *6στμ τού εγώ κατά τη διαδικασία της άμυνας». Μπορούμε ακόμη να μεταφράσουμε αυτόν τον όρο με το refente *7στμ. Aυτό το επιστημολογικό συμβάν στην αρχή πέρασε απαρατήρητο, καθώς αυτό το clivage , αυτήν τη διαίρεση την εξέλαβαν περισσότερο ως έναν επιπλέον μηχανισμό άμυνας (αξίζει να πούμε πάντως ότι οι κλαϊνικοί ήταν πολύ πιο διορατικοί από τους ανναφροϋδικούς σε αυτό το σημείο) ενώ προεικονίζει αυτό που δεν θα διστάσω να αποκαλέσω (αυτήν την πρόταση την οφείλω εξ ολοκλήρου στον Λακάν) μια νέα donne *8στμ , μια νέα<μοιρασιά> , διανομή, κατανομή  τού ευνουχισμού. Θα πρέπει άλλωστε να σημειώσουμε πως αυτό το άρθρο για την Spaltung είναι σχεδόν σύγχρονο  τού  άρθρου στο οποίο ο Φροϋντ εισάγει την έκφραση βράχος τού ευνουχισμού* 9στμ Ο μεταφροϋδισμός , και δυστυχως  όλα μας κάνουν να πιστεύουμε πως και ένα μέρος τού μεταλακανισμού, συνέχισε με  αυτήν την τεμπελιά για ανάγνωση και  δεν κάνει καμμία διάκριση ανάμεσα σε ευνουχισμό και διαίρεση *10στμ. Και όμως, αυτή η διαφορά είναι αποφασιστική. Ο Λακάν τη θεωρητικοποίησε  το 1967-1968 , στο , ανέκδοτο τότε, σεμινάριο  του Η ΨΥΧΑΝΑΛΥΤΙΚΗ ΠΡΑΞΗ. Για να πούμε λίγο περί τίνος πρόκειται, ας πούμε επιγραμματικά πως αυτή η διαφορά είναι συνώνυμη τής διαφοράς ανάμεσα στην έλλειψη (που διανοίγει τη δυνατότητα να πάψει να υπάρχει έλλειψη*11στμ και απώλεια (που γνέφει σε ένα αναπόστρεπτο/σε ένα μη αναστρέψιμο) και κυρίως να πούμε ότι αυτή η διαφορά είναι συνώνυμη  της διαφοράς ανάμεσα στη  φαλλική αρνητικοποίηση  (-φ=φαλλική λειτουργία) από τη μιά, και το εμποδισμένο/barre*12στμ/διαιρεμένο /διχασμένο υποκείμενο (S/) από την άλλη. Αυτό το τελευταίο προϋποθέτει και συνεπάγεται την παραγωγή ενός αντικειμένου , του αποκαλούμενου αντικείμενο μικρό α (objet petit a) , τού οποίου αναπαράσταση δεν υπάρχει*13στμ (πράγμα που δια μιας ,το τοποθετεί ριζικά εκτός της γλωσσικής αναπαραστασιμότητας) *14στμ Το τέλος μιας ανάλυσης συνίσταται στην ανάληψη αυτής της διαίρεσης  και στο  πένθος  που πρέπει να ακολουθήσει  προκειμένου να δεξιωθούμε τον ευνουχισμό  που συνεπάγεται  η εν λόγω διαίρεση ,  στο βαθμό που τούτος δω, μόλις το είδαμε , συντηρεί τη δυνατότητα*15στμ μιας πλήρωσης (comblement) της έλλειψης (με το σεξ,το χρήμα την εξουσία.. *16στμ) .  Aυτό είναι αποφασιστικής σημασίας όσον αφορά στην προσέγγιση τούτου τού κεφαλαίου  αφού η συνέπεια  τού καπιταλιστικού λόγου , στο βαθμό που απορρίπτει τον ευνουχισμό, είναι η a fortiori συγκάλυψη της διαίρεσης τού υποκειμένου *17στμ.

 

 

 

ΑΠΟΡΡΙΨΗ ΤΟΥ ΑΝΑΜΕΣΑ èΣΧΑΣΗ

TZEKYΛ/ΧΑΙΝΤ: ΚΡΙΤΙΚΗ  ΤΗΣ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑΣ ΤΗΣ ΣΥΓΚΑΛΥΨΗΣ ΤΗΣ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΗΣ ΔΙΑΙΡΕΣΗΣ .

Η ΣΧΑΣΗ ΣΕ ΔΥΟ ΕΜΠΟΔΙΖΕΙ ΤΗ ΔΙΑΙΡΕΣΗ ΤΟΥ ΚΑΘΕΝΑ.

 

Το ζεύγος Jekyll/Hyde , τού Stevenson , και το ζεύγος  Jeanne Dark/Mauler του Μπρέχτ ,

ενδείκνυνται  κατ εξοχήν για να παρουσιάσουν, να καταδείξουν  και να αναδείξουν υπό τη μορφή ενός νέου λογοτεχνικού μύθου που αφορά , εν τέλει, στην κριτική της ιδεολογίας που τον γέννησε , την  εν λόγω  άρνηση την υποκειμενικής διαίρεσης. Μου φαίνεται αδιαμφισβήτητο, και σχετικά εύκολο να καταδειχθεί, πως , τόσο για τον Στήβενσον όσο και για τον Μπρέχτ , ο καπιταλισμός έπληξε θανάσιμα τη μορφή της ατομικότητας που  ανέδειξε η γαλλική Επανάσταση. Δεν έχουμε πια να κάνουμε με μια διαμάχη, αντιθετική ανάμεσα στην ελευθεριότητα και την αρετή*18στμ  , κατά την οποία ο Σαντ και ο Ροβεσπέρος , ο Μιραμπώ και ο Saint-Just υπάρχουν ως πλήρεις οντότητες, εκτός τού ζεύγους τους , και διεκδικούν καθένας τους  τα πρωτεία της επαναστατικής δικαιοσύνης. Τόσο στον Στήβενσον όσο και στον Μπρέχτ έχουμε να κάνουμε με ζεύγη που διαμορφώνουν ένα, για ζεύγη όπου η σχάση *19στμ σε δύο εμποδίζει τη διαίρεση του καθένα, δηλαδή  αποκλείει τη δεξίωση της διαλεκτικής τής σχέσης με το ασυνείδητο*20στμ Δεν πρόκειται διόλου για την αναγνώριση ότι  το ασυνείδητο έχει έναν πυρήνα απρόσιτο και υφαιρούμενο, άβατο *21στμ, πρόκειται αμιγώς  για την απόρριψη της ίδιας της υπόθεσης*22στμ τού ασυνειδήτου. Ακριβώς επειδή ο Τζέκυλ αποκόπηκε από το ασυνείδητο του , ως Τζέκυλ,  ο Ηyde  ξεφεύγει από τον έλεγχο του , πράγμα που ακριβώς  επιτρέπει να ακούσουμε , αφού το ασυνείδητο  προγράφηκε, τη σιωπή της ενόρμησης *23στμ. Επειδή ο Μάουλερ  αποκόπηκε , ως Μάουλερ, από το ασυνείδητο του στο οποίο   και αποδίδει μιαν αμιγή αθωότητα και που είναι αυτή ακριβώς η αθωότητα που δεν θα ήθελε  ποτέ να αμφισβητηθεί  σε ό,τι τον αφορά, γι αυτό η Jeanne Dark προδίδει, εν αγνοία της  , τον αγώνα στον οποίο ωστόσο έχει στρατευθει ειλικρινά*24στμ. Το αμιγές , το  αγνό κακό (Hyde) όπως και το αμιγές , αγνό  καλό (Jeanne Dark) είναι μυθοπλασίες της ιδεολογίας μέσα στην οποία  αναπνέει ο καπιταλισμός *25στμ,   η ακριβέστερα , ο λόγος (discours) του ,  που είναι το γλωσσικό οπλοστάσιο δίχως το οποίο θα κατέρρεε .*26στμ

 

Αυτος ο λόγος (discours)  λοιπόν. Ο καπιταλιστικός.

 

ΑΡΣΗ  THΣ  ΦΡΑΓΗΣ ΤΗΣ ΑΠΟΛΑΥΣΗΣ

 Επιφυλάσομαι να παρουσιάσω στο κεφάλαιο που έχει τον τίτλο UMHA , τους τέσσερις λόγους , έτσι όπως ο Λακάν τους σφυρηλάτησε στην ΑΝΑΠΟΔΗ*27στμ ΤΗΣ ΨΥΧΑΝΑΛΥΣΗΣ, καθώς και τον καπιταλιστικό λόγο που απορρέει από έναν από αυτούς τους  τέσσερις, συγκεκριμενα απο τον λόγο του κυρίου. Πρέπει παρ ολ αυτά, για να καταστήσω κατανοητό το καίριο της αναφοράς του σε αυτό το πρώτο μέρος, να πω τι είναι αυτό που χαρακτηρίζει τον καπιταλιστικό λόγο κατά την παρέκκλιση της μορφής του έναντι των άλλων λόγων . Οι άλλοι λόγοι (discours) , τού Πανεπιστημίου, του Κυρίου, τού Υστερικού , του Αναλυτή ,  είναι ρητά κατασκευασμένοι σύμφωνα με την αρχή  ενός  «φραγμού στην απόλαυση» /barriere de la jouissance *28 στμ φραγμού της απόλαυσης  » , φραγμού με την έννοια ότι η παραγωγή ενός λόγου  , εξ αιτίας ακριβώς αυτού του φραγμού, δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι αγγίζει, ότι κατακτά την αλήθεια.*29στμ  Για να προλάβουμε τυχόν παρεξηγήσεις , αυτή η μείζων θέση  διόλου  δεν σημαίνει  σκεπτικισμό , σημαίνει απλώς ότι η αλήθεια , την οποία δεν θα πρέπει να συγχέουμε με το πραγματικό , [μα ουτε και με την πραγματικότητα] , δεν προσεγγίζεται παρά δια τής , αρνητικής, οδού μιας δοκιμασίας ψεύδους  και πως σε καμμία περίπτωση  δεν είναι δυνατόν να πούμε την αλήθεια περί της αλήθειας  ή να ελπίζουμε ότι ότι αλήθεια λέγεται όλη, για να συνεχίσω, για λόγους οικονομίας , με τις κανονιστικές διατυπώσεις [–ή αλλιώς αφορισμούς-] τού Λακάν .

Αυτό που  αντίθετα  χαρακτηρίζει τον καπιταλιστικό λόγο, είναι η άρση , η μάλλον η ακύρωση  αυτής της φραγής*30στμ.  Ο,τι συνοψίζει με το καλύτερο τρόπο το περί ου ο λόγος πνεύμα ,  είναι το σύνθημα ΟΛΟΙ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΕΣ!  η ΠΛΟΥΤΙΣΤΕ !,  τού  δυσοίωνου Guizot, συνθήματα που  εργαλειοποιούν  το  δικαίωμα στην ισότητα  ούτως ώστε να καταξιωθεί  η ιδέα μιας  εν δυνάμει  ισότητας  στο επίπεδο του έχειν ,την οποία και θα προσφέρει [υποτίθεται] ο καπιταλισμός. Ας πούμε από τώρα ότι το μυστικό αυτής της ψευδούς κατασκευής, αυτής της ψευδολογίας , βρίσκεται στο γεγονός πως αίροντας τη φραγή της απόλαυσης και αφήνοντας να διαφανεί το όραμα, η μάλλον η οφθαλμαπάτη   μιας κατανάλωσης που θα μπορούσε να  κορέσει την επιθυμία , μιας κατανάλωσης που κατατείνει στον κορεσμό της επιθυμίας   (πιθανός  ορισμός της απόλαυσης*31στμ), ο Καπιταλιστικός Λόγος ισχυρίζεται ,η μάλλον καμώνεται , ότι αποκαθιστά  μιάν εξίσωση ανάμεσα στο α , αυτό το επι  πλέον αντικείμενο α ως  objet en plus *32στμ , ανάμεσα σε αυτό το θεμελιωδώς ανιδεές   α   , και το χρήμα το οποίο , αυτό, είναι το κατ εξοχήν εγγράψιμο (comptabilisable)*33στμ  . Πρόκειται  άλλωστε για ό,τι επιτρέπει να καταλάβουμε το γιατί ο Λακάν  άλλοτε καταξιώνει  και άλλοτε απαξιώνει τον Μαρξ , ως αυτόν που θεμελίωσε τον καπιταλισμό  εκλαμβάνοντας το  plus τής απόλαυσης , δηλαδη το αντικείμενο α , ως μια υπέρ/plus αξία , καθιστώτας το ετσι ενεργητικό  -πράγμα που αντιβαίνει στο αξίωμα της ψυχανάλυσης : δεν νοείται ενεργητικό της απόλαυσης .  

 Μόνο  που όχι μόνο η αλχημεία του καπιταλισμού δεν μεταμορφώνει σε απόλαυση την επιθυμία [σε κορεσμό την έλλειψη] , αλλά, καθρεφτίζοντας την επιθυμία σε αυτό το πλαστικό καρόττο , την οξύνει έως ανάλωσης της, έως αφανισμού της , πράγμα για το οποίο μαρτυρούν οι διάφοροι  εθισμοί   που ακριβώς αντιδρούν σε αυτον τον αναγγελθέντα θάνατο της επιθυμίας .

 

 

ΜΑΘΗΜΙΑΚΗ ΑΠΟΔΟΣΗ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΟΣ  ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟΠΟΙΗΣΗ (ΜΑΘΗΜΙΑΚΗ ΑΠΟΔΟΣΗ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΩΝ  ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟΠΟΙΗΣΕΩΝ )

ΠΕΡΙ ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ  

   Ας πούμε τώρα το ελάχιστο  σχετικά με την μαθημιακή απόδοση  τών λόγων(discours) που οφείλουμε στον Λακάν.  Στο μαθήμιο τού καπιταλιστικού λόγου , έχουμε ένα τόξο που πάει από το α (le plus de jouir) στο  S/, το υποκείμενο [3]. Οπως όλες οι επιστημονικές έννοιες , ακόμα και όταν είναι δυνατόν να τους δώσουμε έναν ορισμό και μια διατύπωση ή έναν τύπο,  αυτή η σχέση (relation) δεν είναι  ποτέ διαφανής*34στμ , θέλω να πω είναι μη αναγώγιμη σε μία καταδήλωση (denotation) που θα την καθιστούσε νοητή εξ ολοκλήρου  και δια παντός. Το ίδιο τόξο , το βρίσκουμε και στον αναλυτικό λόγο , αλλα τούτη τη φορα σημαδεμένο από την αδυνατότητα.   

 

Αδυνατότητα /impossibilite

  α-------------------------à S/     

 

Μπορούμε να το διαβάσουμε και από τα δεξιά προς τα αριστερά: η επιθυμία ενός υποκειμένου (σε αυτήν την περίπτωση του αναλυόμενου) δεν μπορεί (αδυνατότητα) να βρεί την ικανοποίηση της στο αντικείμενο α *35στμ (σε αυτην την περίπτωση τον αναλυτή) που ωστόσο την προξενεί. Εάν η αναλυτική θεραπεία  μπορεί να περιγραφεί ως η , χάρη στη μεταβίβαση, ενεργοποίηση από τον αναλυόμενο ενός plus απόλαυσης , ενός , για να είμαστε πιο σαφείς , ενός bonus απόλαυσης το οποίο και τροφοδοτεί την επιθυμία του να μιλήσει*36στμ , υπάρχει ένα σημείο (το τέλος της ανάλυσης του) όπου αποδεικνύεται  η κενότητα*37στμ αυτού τού απο-λαμβάνειν  και αυτό το κέρδος απόλαυσης ( gain de jouir) εμφανίζεται ως μνημόσυνο μιας αρκτικής και ιδρυτικής απουσίας :  της απουσίας αυτής τής  απόλαυσης*38 στμ που θα μπορούσε να κορέσει (saturer) την επιθυμία. Ας αναφέρω , πρωθύστερα, όσον αφορά στην επεξεργασία που θα κάνω όσον αφορά στον αναλυτικό λόγο, ότι στην πραγματικότητα αυτή η απούσα απόλαυση είναι αυτή τού Αλλου, είναι η απόλαυση τού Αλλου*36στμ Πράγματι , η απόλαυση που υποθέτω και αποδίδω  στον Αλλο δεν είναι παρά ένα προϊόν της σκέψης μου , αφού η απόλαυση που νοιώθω*37στμ δεν μπορεί να είναι παρά αυτή που επηρεάζει*38στμ τό σώμα μου, το δικό μου σώμα*39στμ. Δεν μπορώ να απολαύσω στο σώμα του Αλλου. Το ιδιοφυές  πνεύμα τής ιδεοληπτικής νεύρωσης  συντηρεί και  στηρίζει την εν λόγω απόλαυση τού Αλλου  μόνο με τη σκέψη , ενώ  η ιδιοφυία της υστερίας είναι να θέτει  ως συνθήκη της επιθυμίας την μη-ικανοποίηση. Ο αναλυτικός λόγος είναι σε θέση να αναστρέψει αυτά τα νευρωσικά δημιουργήματα αναστρέφοντας αναποδογυρίζοντας , ανατρέποντας τη φαντασίωση , γιατί [η φαντασίωση] συγκροτείται  εκκινώντας από αυτήν ακριβώς τη αδυνατότητα όσον αφορά στην απόλαυση τού Αλλου , (Θεός, οι γονείς, ο/η σύντροφος κλπ), την αδυνατότητα του υποκειμένου να απολαύσει τον Αλλον/να νοιώσει την απόλαυση τού Αλλου [4] *39στμ    

 

 

ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ

Α Κ Ο Μ Α

ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΣΥΛΛΗΨΗ  ΤΟΥ <ΑΚΟΜΑ> ΩΣ MEHRLUST *39βστμ

  Στον καπιταλιστικό λόγο , έχουμε να κάνουμε με μία διαδρομή που επαναλαμβάνεται επ αόριστον και που, απο μια ορισμένη άποψη, ενεστωποιεί  την επανάληψη. Ο καπιταλιστικός λόγος είναι παράγωγο τού Λόγου τού Κυρίου.  Θα ξεκινήσω με το τόξο S1àS2. O κύριος διατάζει τον δούλο , αλλά ο δούλος είναι αυτός που γνωρίζει , αυτός του οποίου η γνώση, το ειδέναι (savoir) είναι ενεργοποιήσιμο*39γ στμ  H μετάθεση, η μετατόπιση  από αυτό το ζεύγος στο ζεύγος καπιταλιστής-εργάτης  δεν είναι, από αυτην την άποψη , αδικαιολόγητη , αφού αυτό που παρεμβαίνει καθοριστικά   στην παραγωγική διαδικασία  , είναι ακριβώς η αξιοποίηση/ειδίκευση [αξιοποίηση=ειδίκευση=επίπτωση γνώσηςè γνώση=S2)]τής εργατικής δύναμης. Οσο για αυτό που δίνει στο S1 την δυνατότητα να  καθοδηγεί , δεν είναι η γνώση/το ειδέναι αλλά το χρήμα. Αυτό το χρήμα θα πολλαπλασιασθεί ,  θα αξιοποιηθεί  από την επένδυση μιας γνώσης/ενός ειδέναι (savoir) στην παραγωγή.

 

 

 

S1à     S2                                             S/                S2

 

                                                                                   

S/   //     α                                            S1                   α

 

 

λόγος του κυρίου                                     λόγος του καπιταλιστή

 

    

 

 

ΜEHRWERT

MEHRLUST

AKOMA*40στμ

  Ο εργάτης παράγει . Παράγει ΄ με την μαρξιστική έννοια, παράγει υ π ε ρ α ξ ί α. Με τον καπιταλισμό, η εργατική δύναμη γίνεται  εμπόρευμα *41στμ  Επομένως  με τον καπιταλισμό  το επιπλέον απόλαυσης /το ακόμα πάρα πάνω απόλαυση, το plus-de –jouir, μπορεί να πάρει τη μορφή υπερ-αξίας [plus-value /ακόμα/παραπάνω] .  Τι είναι η ακόμα/παραπάνω-αξία  (M e h r wert) ;  Είναι το επιπλέον τής παραγόμενης από τον μισθωτό εργάτη αξίας ως προς το χρόνο τής συνολικής του εργασίας . Επιπλέον , αφού έχει ηδη παράξει την α ξ ί α της εργατικής του δύναμης : « Ενώ δεν χρειάζεται στον εργάτη παρά  μισή μέρα δουλειάς για να ζήσει μια ολόκληρη ημέρα , δουλευει παραπάνω/επιπλέον/ακόμα =υπερ-εργασια.   Το δεύτερο μισό , το επιπλέον της ημέρας εργασίας ,  όσον αφορά στο χρόνο εργασίας, είναι εργασία καταναγκαστική   (travail force), είναι s u r travail /υ π έ ρ ε ρ γ α σ ί α/παραπανίσια εργασία/επί πλέον/ακόμα/ακόμα περισσότερη εργασία (M e h r arbeit). Aυτό που εμφανίζεται από τη μεριά του κεφαλαίου ως  m e h r wert  [ΑΚΟΜΑ ΠΑΡΑΠΑΝΩ ΑΞΙΑ] εμφανίζεται  από τη μεριά τού εργάτη ως m e h r arbeit [ΑΚΟΜΑ ΠΑΡΑΠΑΝΩ ΕΡΓΑΣΙΑ (επιπλέονεργασία/υπερεργασία)  πέραν της ανάγκης του ως εργάτη [5] » *42στμ

 

 

 

 

 

 

 

 

 

                                     ---------------------------------

 

 

   

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΠΑΡΑΚΑΜΨΗ

 

 

 

Ηyde and seek

Ενόρμηση και ασυνείδητο

 

Jekyll ως S2 , ο Hyde στη μεριά του διαιρεμενου υποκειμενου .

Ο Hyde δεν είναι το ασυνείδητο, αλλά η ενόρμηση.

 

Στον καπιταλιστικό λόγο (discours) , $ (το υποκείμενο) και S2 (η γνώση) είναι ένα ζεύγος στο οποίο κάθε στοιχείο είναι αποσχισμένο από το άλλο και όχι διαιρoύμενο . Eίπα αποσχισμένο (scinde)΄ αυτός ο όρος , κατά τη χρήση που του κάνω, σημαίνει ότι το υποκείμενο , στην περιγραφόμενη  διαδικασία, παύει να διέπεται από τη διαλεκτική που ενυπάρχει  στον όρο της διαίρεσης. Αυτό το αποσχισμένο (scinde), αυτή η σ χ ά σ η  είναι το πραγματικό θέμα του εξαιρετικού αφηγήματος του  Robert Louis Stevenson , THE STRANGE CASE OF DR JEKYLL AND MR HYDE /Η ΠΕΡΙΕΡΓΗ ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΟΥ Δρ.JEKYLL KAI Mr HYDE. Το βιβλίο εμφανίστηκε το 1886, τρία χρόνια μετά τον θάνατο του Μαρξ και δύο χρόνια πριν το άρθρο για την υστερία που έγραψε ο Φρόϋντ για το ιατρικό λεξικό του Villaret . Aυτό, που σε τούτη την αφήγηση , αξίζει πραγματικά να θεωρηθεί δημιουργία ενός μύθου , είναι ότι δεν βρισκόμαστε πιά στην προβληματική τού διπλού, που χαρακτηρίζει κυρίως τον μαύρο γερμανικό ρομαντισμό. Ο Ηyde δεν είναι το διπλό του Jekyll , oύτε o Jekyll  είναι το διπλό του Hyde. Είναι ωραία και καλά δύο ξεχωριστές οντότητες , και όχι ένα διαιρεμένο υποκείμενο. Βέβαια, ο όρος «διπλό» (double) χρησιμοποιείται από τον ίδιο τον Jekyll στα σημειωματάρια του,  όπου κρατά  σημειώσεις σχετικά με την εμπειρία της μεταμόρφωσης του. Ομως αυτό που μου φαίνεται ως το αποφασιστικό επιχείρημα για να μην εντάξουμε το αφήγημα του Στήβενσον στην πληθωρική λογοτεχνία του διπλού που παράχθηκε τον 19ο αιώνα,  είναι ότι ποτέ ο Hyde και ο Jekyll δεν βρίσκονται μαζί , παρουσία ο ένας του άλλου, γιατί αν και διαχωρισμένοι, αν και αποσχισμένοι (scindes) είναι το ίδιο  - «φρούριο ταυτότητας»  λέει ο Στήβενσον *43στμ  . Φυσικά , θα τοποθετήσω τον Jekyll ως S2 [ειδέναι] και τον Hyde στη μεριά του $ [εμποδισμένου υποκειμένου]*43β . O Jekyll είναι ένας γιατρός, ένας άνθρωπος της γνώσης,  όπως ο Φάουστ. Ο δόκτωρ Φαουστ όμως, θριαμβεύει εκεί όπου ο δόκτωρ Jekyll υποκύπτει. Αν σώνει και καλά θέλουμε διάγνωση, θα έπρεπε να πούμε ότι ο Jekyll και ο Hyde είναι ένας σχιζοφρενής. Ομως αυτό που έχει σημασία είναι ότι  σε μια εποχή , σε μια στιγμή  όπου μπορεί να θεωρήσουμε ότι ολοκληρώνεται,  ότι ίσως ολοκληρώθηκε  η διαδικασία συγκρότησης του ατόμου*44στμ και εξέπεσε  επιτέλους η μεταφορά τού οργανικού κοινωνικού σώματος*45στμ , ο Στήβενσον φέρνει στο φως ένα άτομο  διχασμένο , αποσχισμένο από αυτό το ίδιο , αποσχισμένο εν εαυτώ , ακριβώς υπό τη μορφή ενός υποκειμένου αποκομμένου από το ασυνείδητο του. $ // S2.  Aυτό είναι ένα από τα  κλειδιά τής ανάγνωσης : ο Jekyll είναι το  διακλεισμένο ασυνείδητο τού Hyde. Με άλλα λόγια, ως ήρωα πρέπει να θεωρήσουμε τον Hyde , και την ανικανότητα του  να γνωρίσει ό,τιδήποτε από το ασυνείδητο του  ως την τραγική αναπηρία που  κεντρίζει το ενδιαφέρον και αποτελεί την καινοτομία τής εν λόγω ιστορίας. Η πρόσβαση στο ασυνείδητο είναι ριζικά κλειστή  γιατί το φράγμα της απόλαυσης, η μάλλον  το φράγμα στην απόλαυση έχει αρθεί.*46στμ   Το ασυνείδητο θα παίξει... σόλο . Aν το ασυνείδητο  είναι  S2 , όπως ο Jekyll , αυτό θα πεί ότι , αντίθετα με τα ψυχαναλυτικά κλισέ  που καθιστούν τον Hyde  ασυνείδητο του Jekyll , ο Jekyll  είναι  το ασυνείδητο τού HydeΚαι επειδή  ακριβώς ο Jekyll είναι το ασυνείδητο  και επειδή αυτό το ασυνείδητο είναι, λόγω της δομής τού καπιταλιστικού λόγου, κλειστό,  ο Hyde δεν είναι το ασυνείδητο, αλλά η ενόρμηση*47στμ. Ο δρ Jekyll και ο μίστερ Hyde είναι εμβληματικές φιγούρες της σχάσης. Θα μπορούσαν μάλιστα να γίνουν η επωνυμία της αν έχουμε κατά νου ότι το κρυφτό στα αγγλικά λέγεται hide and seek*48στμ. Προφανής παρονομασία του Hyde και του Jekyll.

Ο Στήβενσον γράφει αυτό το αφήγημα  (tale) , μεγάλη νουβέλλα η μικρό μυθιστόρημα , 36 ετών. Είναι γυιός μιας οικογένειας όπου όλοι , πάππου προς πάππον , ήταν κατασκευαστές η μηχανικοί φάρων. Το πρώτο υλικό της ιστορίας προέρχεται από έναν εφιάλτη που είχε ο Στήβενσον ένα χρόνο νωρίτερα και απ’ όπου τον ξύπνησε  η γυναίκα του, η Φάννυ, τρομαγμένη απο τις κραυγές του. Γράφει μια πρώτη εκδοχή της  ιστορίας αυτού τού εφιάλτη την οποία στη συνέχεια θα καταστρέψει μετά από έντονο διαπληκτισμό με τη γυναίκα του, που θεώρησε το αφήγημα αποτυχημένο γιατί δεν είχε  κανένα ηθικό δίδαγμα.

   Υπάρχει ένα  προηγούμενο με το ίδιο θέμα στο έργο τού Στήβενσον  ,  ένα θεατρικό έργο με τον τίτλο Ο ΔΙΑΚΟΝΟΣ BRODIE , H H ΔΙΠΛΗ ΖΩΗ, εμπνευσμένο από ένα πραγματικό γεγονός. Ο Μπρόντι ήταν την ημέρα  επιπλοποιός  και τη νύχτα διαρρήκτης. Ομως αν πιστέψουμε τον τίτλο ήταν και διάκονος δηλαδή λαϊκός που διένημε ελεημοσύνες. Αυτό επιβεβαιώνει ότι πρόκειται λιγότερο για μια νεορομαντική ιστορία του διπλού και περισσότερο για μια ιστορία χρήματος. Δεν είναι αδιάφορο να αναφέρουμε ότι σύμφωνα με τα λόγια του ίδιου τού Στήβενσον, την ιστορία του την ενέπνευσαν οι λογαριασμοί τού χασάπη του (the bills of Mr Byles) , αξίζει  επίσης να αναφέρουμε  ότι ο πατέρας τού Στήβενσον ήταν ένας αυστηρός και άτεγκτος καλβινιστής , όπως και  ότι ο Στήβενσον μαρτυρά πως είχε εντυπωσιαστεί από την ανάγνωση ενός άρθρου σχετικά με το ασυνείδητο. Ολα αυτά, που θα μπορούσαμε να τα αναπτύξουμε επί μακρόν , συγκλίνουν στο σχήμα μιάς σύγκρουσης ανάμεσα στο καλό και το κακό αλλά μιας σύγκρουσης κατά την οποία ενεργοποιούνται με πρωτοφανή ,  καινοτόμο τρόπο, τα θέματα τού χρήματος   και τού  ασυνειδήτου [6]  που, και τα δύο, ανατρέπουν τα δεδομένα τής ηθικής.

  

ΣΧΑΣΗ

  Επέλεξα με μεγάλη προσοχή και φροντίδα  αυτόν τον όρο της σχάσης (scission) . Θέλησα  έτσι να οξύνω την ασυμβατότητα των δύο οντοτήτων , που ωστόσο  εξακολουθούν να ανήκουν σε μία και μόνη προσωπικότητα. ΕΝΤZWEIUNG , είναι ο όρος που ο Φρόϋντ  χρησιμοποιεί στο άρθρο του « LE CLIVAGE DU MOI DANS LE PROCESSUS DE DEFENCE» / «Η ΔΙΑΣΠΑΣΗ ΤΟΥ ΕΓΩ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΜΥΝΑΣ» ,  και θα με βόλευε πολύ αν έγραφα γερμανικά.   «ΤΟ ΔΥΟ ΔΙΑΙΡΕΙΤΑΙ ΣΕ ΕΝΑ/ ΔΙΑΙΡΕΣΗ ΣΕ ΔΥΟ ΕΝΑ»  / ENTZWEIUNG ,  αναστρέφει  την διάσημη διατύπωση με τη οποία ο Μάο Τσε Τουγκ ορίζει τη διαλεκτική, και θα μπορούσε  να χρησιμοποιηθεί ειρωνικά. Ο όρος τής σχάσης ήταν αυτός που χρησιμοποιήθηκε τελικά για να χαρακτηρίσει το μεγάλο σχίσμα τού ψυχαναλυτικού κινήματος , το 1953.  Ενας παραπάνω λόγος για να κάνω αυτήν την επιλογή αφού ο Λακάν , είναι βέβαια ο Hyde (η ενόρμηση) , και το ψυχαναλυτικό ινστιτούτο τού Παρισιου , είναι , με επίσης αδιαμφισβήτητο τρόπο, το ασυνείδητο. Ας ελπίσουμε ωστόσο ότι το ινστιτούτο δεν θα αυτοκτονήσει τον Λακάν –πράγμα που θα προϋπόθετε μια  «ipeisation»*48στμ τού ινστιτούτου, πράγμα που δεν αποκλείεται καθόλου στο βαθμό που  ipeisation σημαίνει αποστέωση/αγκύλωση  της θεωρίας .

 

 

    Υπάρχουν σύγχρονοι μύθοι , η θα πρέπει να παραιτηθούμε και να αποδεχτούμε ότι σήμερα δεν έχουμε να κάνουμε παρά με ιδεολογίες ; Μπαίνω στον πειρασμό να υποστηρίξω την εμβέλεια του μύθου σήμερα  καθώς και ότι  θα βγαίναμε κερδισμένοι αν αντικαθιστούσαμε την κοινωνιολογία (η αν την ανανεώναμε ) με μια εθνογραφία τών εκπολιτισμένων, βεβαίως, αλλά ίσως ακόμα προϊστορικών   κοινωνιών μας αν κρίνουμε από το γεγονός ότι η γραφή δεν έχει βρει ακόμα σε αυτές την σωστή της θέση , εμποδισμένη πρώτα από την ιεροποίηση που ενέπνευσε   και  στη συνέχεια , σήμερα ,  από τον πληθωρισμό της διαφήμισης .  

 

JE (  ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΕΚΦΟΡΑΣ) *49στμ

ΤΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΤΟΥ JE ΣΤΗΝ ΑΝΑΛΥΤΙΚΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑ

  Oπως το σημειώνει ο εξαιρετικά οξυδερκής προλογίστας Jean – Pierre Naugrette, τών εκδόσεων Garnier Flammariοn, υπάρχει παρ ολ αυτά ένα όριο στην σχάση : ο Hyde , εκτός από μία φορά, δεν λέει ποτέ je. O Jekyll αυτοκτονεί προτού  μπορέσει ο Hyde να πει je , δηλαδή προτού μπορέσει να γίνει ο ριζικά ανήθικος αφηγητής της ιστορίας. Το τελευταίο κεφάλαιο έχει τον τίτλο « Ο δόκτωρ  Jekyll κάνει πλήρη αναφορά της περίπτωσης του» (με όλο το διφορούμενο τού όρου case που σημαίνει τόσο αστυνομικό αίνιγμα όσο και κλινική περίπτωση). Ο Jekyll επομένως δεν χάνει το λόγο του, δεν χάνει την ομιλία του (ne perd la parole *50στμ). H απώλεια  της υποκειμενικότητας του σταματά στο σημείο όπου δεν θα μπορούσε πια να πει je , και όπου ο Hyde θα έπαιρνε το πάνω χέρι. Αυτή είναι η μόνη προσχώρηση στην προβληματική του διπλού αλλά ίσως η εκτίμηση αυτή να είναι λανθασμένη. Aς αναρωτηθούμε καλύτερα ποιό είναι το καθεστώς  του je στην αναλυτική εμπειρία. Συχνά  η αφήγηση ενός ονείρου ξεκινά με το  ‘‘ je ’’ [το υποκείμενο της εκφοράς/πρώτο πρόσωπο προσωπικής αντωνυμίας]  , αλλά βέβαια έχουμε υπ όψιν ότι η δράση (action) για την οποία αυτό το je μαρτυρά , αυτή η ίδια η δράση   συγκαλύπτει ταυτόχρονα το  τι συνιστά την κοιτίδα τής επιθυμίας στο όνειρο , η οποία βρίσκει μορφή  , στο τρίτο πρόσωπο, σε μία άλλη  οντότητα τού ονείρου. Τίθεται λοιπόν ένα ερώτημα : μήπως η λειτουργία τής αφύπνησης είναι να εμποδισθεί η άρθρωση αυτού που, κατά την επιθυμία, αναδύεται από ένα αμιγές, ένα αγνό κακό;  Να το πούμε : από  έναν θάνατο χωρίς προσμείξεις , από τον Aμιγή Θάνατο *51στμ ;    Mα ναι. Βέβαια.  Αυτό άραγε σημαίνει ότι θα υπήρχε , θα μπορουσε να υπάρχει ένα ικανοποιητικό όνειρο, αυτό  από το οποίο δεν θα ξυπνούσαμε ή τουλάχιστον , αυτό που δεν θα διακόπτονταν από την αφύπνηση; Τι θα ήταν αυτό το όνειρο , αν όχι ένα όνειρο που θα είχε να κάνει και με μια συγκάλυψη τού  Θανάτου, δηλαδή  με ένα στοιχείο που να συνδέει με τον Θάνατο λιβιδινικά ;  Αυτο θα ανταποκρινόταν στην δομή της ιστορίας του Στήβενσον : Στον Hyde , ως κοιτίδα Καθαρού Θανάτου,  το je είναι απαγορευμένο. Γιατί  ακόμα  και το να λές  je  είναι  από χέρι , μια ελάχιστη λιβιδινοποίηση τής  αμιγούς λατρείας του θανάτου. 

  Τούτων λεχθέντων , ιδού η σύνοψη τού αφηγήματος: Δόκτωρ Χένρυ Τζέκυλ, αξιότιμος γιατρός και λόγιος, μεταμορφώνεται , με τη λήψη ενός φαρμάκου, σε Μίστερ Χάιντ, πλάσμα βάναυσο (cruel) το οποίο, αφου τραυματίζει χωρίς λόγο,  ένα κορίτσι στο δρόμο κλωτσόντας το  , θα σκοτώσει , πάλι χωρίς κανένα λόγο, ένα γνωστό μέλος του κοινοβουλίου, τον Sir Carew Danvers. Aποφασίζει να σταματήσει την εν λόγω εμπειρία , όμως παρ ολ αυτά η μεταμόρφωση θα επέλθει  και πάλι δίχως να μπορεί πια να την θέσει υπό έλεγχο. Για να να μην γίνει ξανά  και παραμείνει Χαϊντ, ο Τζέκυλ αυτοκτονεί (kills je).

 

 

ΑΠΟ ΤΗ ΘΥΡΑ ΣΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ

 

   Για να μπορέσουμε να αποκαταστήσουμε τη δομή και την πορεία  αυτού τού αφηγήματος,  καλό  θα είναι  να σημειώσουμε  ότι η επιλογή ορισμένων πατρωνύμων έχει να κάνει  με τον  πεπρωμένο που επιφυλάσσει ο Στήβενσον στα   πρόσωπα του έργου. Οπως Hyde φυσικά που σημαίνει  κρύβω . Αλλά και Utterson : τέλειος γυιός , όμως όπως επίσης συνηθίζεται να λένε , και τέλειος ηλίθιος.   Ευχαρίστως θα έλεγα : αθεράπευτος γυιός , για να δηλώσω ένα γυιό που δεν μπορεί ποτέ να εξαιρεθεί από το Οιδιπόδειο σύμπλεγμα , θετικό ή αντεστραμένο. Mε αυτήν την έννοια , ένας τέτοιος γυιός θα ήταν επομένως προελευσιακά αμαρτωλός , ακόμα και δίχως να έχει σκοτώσει τον πατέρα του. Ο Utterson έρχεται σε αντίθεση επομένως με τον ήρωα μιας άλλης νουβέλλας του Στήβενσον : τον Μarkheim. O Markheim δεν θεωρεί τον εαυτό του αναγώγιμο στη εγκληματική του πράξη και θέλει να κριθεί μόνο από ό,τι έχει*52στμ «μέσα του» («within») . Ετεροκαθορίζεται ως προς την πράξη του  , αλλά είναι ελεύθερος στο επίπεδο αυτού τού «μέσα του» , αυτού τού «εντός», και είναι αυτό  που , σύμφωνα με τον Μarkheim, μετράει στα μάτια του Θεού. Η ακόμα, είναι γυιός του πατέρα του , αλλά αυτός ο προσδιορισμός δεν αφορά στο είναι του, αποτυγχάνει να προσδιορίσει το τι είναι  , δεν εχει να κάνει με το είναι του. *53στμ Γι αυτό και αρνείται τη συμφωνία που του προτείνει ο διάβολος [7]. Ενα άλλο χαρακτηριστικό μαρκάρει , καταδηλώνει τη διαφορά ανάμεσα στον Μarkheim και Την Περίεργη Περίπτωση...  Ενώ στο Μarkheim ο ήρωας αντιστέκεται στον διάβολο ή έστω σε αυτόν που τον βάζει σε πειρασμό, στην ΠΕΡΙΕΡΓΗ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ο Hyde  αναφέρεται συστηματικά   ως μια πιθανή φιγούρα του διαβόλου, πράγμα που, αφ ης στιγμής μάθουμε ότι ο Hyde  ε ί ν α ι  ο Jekyll , επικυρώνει την ιδέα ότι ο διάβολος δεν είναι ένα εξωτερικό πρόσωπο αλλά το ενορμησιακό κομμάτι τού καθένα. Ακόμα  ένα βήμα και θα μπορέσουμε να άρουμε τις επιφυλάξεις [extraire de sa reserve la these de Freud ] όσον αφορά στη θέση  τού Φρόϋντ   που καθιστά τον διάβολο το ισοδύναμο του πατέρα΄ πιο συγκεκριμένα, όσον αφορά σε μια τέτοια   αναπαράσταση τού πατέρα  ώστε να είναι δυνατόν  να τον μισήσουμε.  Μπορούμε  να επικαλεστούμε ξανά εδώ τον Utterson , αυτόν τον αλλόκοτο συμβολαιογράφο o οποίος σε μια επιφανειακή αντίθεση με την τακτοποιημένη  ζωή του  και την πειθαρχία της καθημερινότητας , προτιμά τον Kαϊν [8] από τον Αβελ και παρουσιάζεται ως αυτός που είναι ικανός να κλείνει τα μάτια μπρος στα χειρότερα αίσχη των φίλων του. Ενας πατέρας επομένως ικανός  να συγχωρεί τα πάντα , και του οποίου η δίχως όρια ανοχή τον καθιστά   ιδεώδη , πράγμα που συνιστά ακριβώς  το υποχρεωτικό πεπρωμένο ενός γυιού καταδικασμένου  ισόβια  στον Οιδίποδα. Στο πρώτο μέρος του αφηγήματος, σε θέση ερευνητή, ο Utterson θέλει να μάθει ποιος είναι ο Hyde : « Αν αυτός είναι ο Μίστερ Hyde(κρύβομαι) εγώ θα είμαι ο Μιστερ Seek (αναζητώ).» (Hyde and Seek)  Oμως βαδίζει σε λάθος δρόμο , αρκετά επισφαλή αλλωστε, που δεν είναι ακριβώς αυτός τού φίλου του Enfield,  μάρτυρα της επίθεσης  και τού ποδοπατήματος  ενός κοριτσιού από τον Μιστερ Hyde. Eνω ο Εnfield μιλά για εκβιασμό, ο Utterson συγκρατεί μόνο την ιδέα ενός παλιού  κρυμμένου  σφάλματος  τού Δοκτωρα Jekyll  που θα μπορούσε να εξηγήσει την ανεξήγητη διαθήκη που έκανε ο Jekyll υπέρ του Hyde, καθώς επίσης το γεγονός ότι αυτός ο τελευταίος είχε τόσο  το καρνέ επιταγών   όσο και  την υπογραφή τού πρώτου.

   Ας ακολουθήσουμε το νήμα της ιστορίας. Αφού συνάντησε τον φίλο τον Jekyll σε μια δεξίωση που ειχε οργανώσει , και αφού προσπάθησε μάταια να τον πείσει να αλλάξει τη διαθηκη του , ο Utterson καταλήγει να συναινέσει στη θέληση του φίλου του : να βοηθήσει τον Hyde όταν πια αυτός θα έχει φύγει.

   Λίγο μετά από ένα χρόνο συνέβη ένα ακόμα έγκλημα .

   Στο μεταξύ , προτού προσεγγίσουμε και ασχοληθούμε με τούτη την τροπή  τού αφηγήματος, καλό θα ήταν να θέσουμε μια ερώτηση που αφορά στον αναγνώστη. Καθώς προχωρά η ανάγνωση  παίρνει πληροφορίες  για γεγονότα που όλα είναι ενδειξεις τής ανυπόφορης αλήθειας : Χάϊντ=Τζέκυλ.  Είναι δυστυχώς δύσκολο , για να μην πούμε αδύνατον, να προβούμε σε κάποιο πείραμα που θα επέτρεπε να εντοπίσουμε σε ποια στιγμή ο αναγνώστης, η μάλλον σε ποιές στιγμές οι αναγνώστες ανακαλύπτουν το μυστικό και λύνουν το αίνιγμα, δεδομένου ότι  λίγοι από τους εν δυνάμει αναγνώστες αγνοούν το θέμα. Μπορούμε  βέβαια να υποθέσουμε  ότι θα τα κατάφερναν πριν από τον Utterson , ασύγκριτο όσον αφορά στην ικανότητα του να παραπλανάται.   Περιμένοντας λοιπόν τη στιγμή της αποκάλυψης , τα γεγονότα εκτίθενται , σαν πάνω σε μια εταζέρα, προτού διευθετηθούν, προτού τακτοποιηθούν  κατά τη λογική τους από την τελική ομολογία τού Jelyll. Oμως το ζήτημα παραμένει, -και τη σπουδαιότητα του θα αποτιμήσουμε επανακάμπτοντας στο ζήτημα τής ψύχωσης- : από ποιό σημείο και μετά είναι δυνατόν να μάθουμε ποιός είναι ποιός, τόσο για να ξεσκεπάσουμε τόσο την παρανοϊκή αθωότητα, αξιοθαύμαστα διατηρημένη  στο σεντούκι της αυθεντικότητας  που χαρακτηρίζει την παρανοϊκή συμπεριφορά , όσο και την άγρια άγνοια τού σχιζοφρενή;   

  To έγκλημα λοιπόν.

  Eίναι η επανάληψη , σε πιο βαρειά μορφή, της εγκαινιαστικής σκηνής , κατά την οποία ο Hyde  τσαλαπατά, κλωτσά ένα μικρό κορίτσι (to trample). Σε αυτήν τη δεύτερη σκηνή , το θύμα , που αυτη τη φορά δεν γλυτώνει , είναι ένας κοινοβουλευτικός, ο Sir Danvers Carew. Και εδώ o Hyde  ποδοπατά το θύμα του (to trample his victim under foot), χαρακτηριστικό   που μπαίνω στον πειρασμό να πιστέψω ότι ανήκει στον εφιάλτη τού Στήβενσον. Στην σκηνή Ι, μάρτυρας  είναι ένας φίλος του Utterson, o Enfield. Στην σκηνή ΙΙ , μάρτυρας είναι μια γυναίκα, μια  καμαριέρα  που ο κύριος της είχε δεξιωθεί τον Hyde.  Πάνω στο πτώμα τού Sir Danvers Carew βρίσκουν ένα γράμμα  για τον Utterson΄ επιβεβαιώνεται έτσι ότι είναι το πρόσωπο κλειδί μια που όλοι οι  πρωταγωνιστές συνδέονται μαζί του. Αυτό το σημείο είναι σημαντικό : ο Utterson είναι ο έσχατος αποδέκτης  των ιδιαίτερα πολυάριθμων σε τούτο το αφήγημα γραμμάτων, ακόμα και εκείνων που αρχικά δεν είχαν αυτόν ως παραλήπτη. Εδώ μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι αυτό το γράμμα είναι το μόνο  που δεν θα γνωρίσουμε το περιεχόμενο του. Διέπεται θα λέγαμε από ένα καθεστώς εξαίρεσης, αποτελεί   ένα σημείο ανολοκλήρωτου  στο αφήγημα όμοια με το [ανολοκλήρωτο] χέρι μιας απο τις Μenines  στον ομώνυμο πίνακα τού Velasquez. Aς παρατηρήσουμε επίσης ότι πρόκειται για ένα στοιχείο που όχι μόνο δείχνει ότι δεν πρόκειται πια για ένα ρομαντικό κείμενο αλλά  επιβεβαιώνει την εκπληκτική νεωτερικότητα (modernite) τού αφηγήματος. Η δράση περιστρέφεται γύρω από μια σειρά αντικειμένων  που ενώ θα μπορούσαν να είναι ισάριθμες ενδείξεις  για να αποκαλυφθεί η αλήθεια , παραμένουν σιωπηλά γιατί παραμένουν ανερμήνευτα : έτσι συμβαίνει με το  μπαστούνι που είναι το όπλο τού δολοφόνου και είναι ένα δώρο τού Utterson προς τον δόκτωρα Jekyll Eτσι και με το καρνέ επιταγών που γλύτωσε από την καταστροφή στη φωτιά και βρέθηκε στο τζάκι του διαμερίσματος τού Jekyll και που είναι στο όνομα του Hyde.  O αστυνομικός επιθεωρητής  και ο Utterson  περιμένουν λοιπόν  τον Hyde στην τράπεζα  όπου  είναι καταχωρημένος ο λογαριασμός του , αλλά ο Hyde δεν έρχεται. Στη συνέχεια ο Utterson πάει στον δόκτωρα  Jekyll.  Αυτός δηλώνει ότι  δεν έχει πια καμμία σχέση με τον Hyde. Eπιπλέον  δείχνει στον Utterrson  το γράμμα που του είχε γράψει  ο Hyde (γράμμα 2) και στο οποίο τον διαβεβαιώνει [τον Jekyll]  ότι διαθέτει σίγουρους  τρόπους για να μην συλληφθεί. Μετά από αυτό ο Utterson καθησυχάζει.  Οταν όμως  ρώτησε τον Poole, τον maitre d hotel τού Jekyll, πώς έμοιαζε o  φορέας τού γράμματος και εκείνος τού είπε ότι κανείς αγγελιοφόρος δεν είχε  εμφανισθεί,  επιστρέφει  σπίτι του ανήσυχος και πάλι. Τότε απευθύνεται στον Mr Guest , τόν βασικό του υπάλληλο, που τυχαίνει να ξέρει από γραφολογία , τού δείχνει το γράμμα και του ζητά τη γνώμη του σχετικά με το «αυτόγραφο ενός φονιά». Ο Guest εξετάζει το χαρτί και λέει : «Δεν πρόκειται για τη γραφή ενός τρελού΄πρόκειται όμως για μια γραφή πλαστογραφημένη». Εκείνη τη στιγμή μπαίνει ένας υπηρέτης που προσκομίζει ένα σημείωμα  (γράμμα 3) , μία πρόσκληση του δρ Jekyll. Ο Guest , o οποίος αναγνώρισε τον γραφικό χαρακτήρα τού Jekyll, ζητά από τον Utterson την άδεια να συγκρίνει το γράμμα του Hyde και το σημείωμα τού Jekyll ΄στη συνέχεια ανακοινώνει τα συμπεράσματα του : « Οι δυο γραφικοί χαρακτήρες σε μεγάλο βαθμό είναι ίδιοι , διαφέρουν μόνο στο προς τα πού γέρνουν , στην κλίση τους ». O Utterson , όταν μένει μόνος αναρωτιέται:  «He quoi! […] Eτσι λοπόν! Ο Henry Jekyll έγινε πλαστογράφος για να σώσει έναν εγκληματία; » . Το ενδιαφέρον αυτού τού επεισοδείου βρίσκεται στο ότι μας καλεί να θέσουμε το ερώτημα: Ο Jekyll ξέρει τι κάνει οταν πλαστογραφεί; Η απάντηση μεταθέτει την ερώτηση : αυτό το “πλαστό” είναι ένα αληθινό. Τό θέμα είναι μάλλον να μάθουμε ποιος το έγραψε : Ο Hyde ή ο Jekyll . Αν το έγραψε ο Hyde , δεν το έκανε για να εξαπατήσει τον Jekyll αλλά για να επιτρέψει στον Jekyll να εξαπατήσει τον Utterson. Aν το έγραψε ο Jekyll , ο στόχος παραμένει ο ίδιος. To  τέχνασμα είναι το ίδιο και στις δύο περιπτώσεις.

   Προσφέρουν χιλιάδες λίρες για τη σύλληψη του Hyde. Δίχως κανένα αποτέλεσμα. Ο Jekyll ξανάγινε ο εαυτός του , επανασυνδέθηκε με τους φίλους του. Στο μεταξύ , ο συμβολαιογράφος  έχοντας βρει , δυο φορές  ,την πόρτα τού φίλου του κλειστή , ανησυχεί και πάει ξανά στον Lanyon με τον οποίο είχαν δειπνήσει  μαζί πριν κάποιες μέρες  στο σπίτι τού  Jekyll. Βρίσκει τον Lanyon σχεδόν να αγωνιά . Ομολογεί  στον Utterson ότι το ξέρει πως είναι καταδικασμένος και μετά τού εξομολογείται: «Σκέφτομαι καμμιά φορά ότι αν τα ξέραμε όλα δεν θα επιθυμούσαμε πια τίποτε άλλο από το να δραπετεύσουμε  (get away).»  Bέβαια, πάντα ανάλογα με την κατασκευή  της περίπτωσης, αναδρομικά θα μπορέσουμε  να εξηγήσουμε γιατί ο Lanyon προφέρει  αυτή τη φράση  αλλά, στη σελίδα που βρισκόμαστε, η φράση παραμένει αινιγματική. Ο Lanyon  γνωστοποιεί επίσης στον Utterson  ότι διέκοψε ανεπιστρεπτί  με τον Jekyll. Ταραγμένος ο Utterson επιστρέφει σπίτι του και γράφει στον  Jekyll για να τον ρωτήσει γιατί δεν τον δέχεται και γιατί τσακώθηκε με τον με τον Lanyon.  Ο Jekyll απαντά (γράμμα 4) δίχως ωστόσο να αποκαλύψει το ο,τιδήποτε. Μόνο παρακαλεί τον Utterson : «Aφήστε με να ακολουθήσω τον ζοφερό μου δρόμο.» Μετά από οκτώ ημέρες ο Lanyon πεθαίνει. Αφήνει για τον Utterson ένα φάκελλο  (γράμμα 5) ο οποίος περιέχει έναν άλλο φάκελλο (γράμμα 6) με τη σημείωση : “ Nα ανοιχθεί μόνο σε περίπτωση θανάτου ή εξαφάνισης  του Dr Jekyll.”  O Utterson αιφνιδιάζεται από την έκφραση «εξαφάνιση» (disappearance) η οποία ήδη χρησιμοποιείται και στη διαθήκη τού Jekyll αναφερόμενη στον  Hyde.

  O Utterson παρόλο που είχε  αραιώσει τις επισκέψεις του, που είχαν γίνει πια δυσάρεστες λόγω της σιωπηλής διάθεσης τού Jekyll, θα ξαναβρεθεί μια μέρα , κατά τη διάρκεια ενός περιπάτου του με τον Εnfield, κάτω από το παράθυρο του Dr  Jekyll. Αυτή τη φορά οι δυό φίλοι δεν συζητούν για την πόρτα απο την οποία ο Mr Hyde εξαφανιζόταν αλλά για το παράθυρο από το οποίο θα φανεί ο Dr Jekyll (ας θυμήσουμε ότι το σπίτι τού Jekyll, κατοικία  μαζί με ένα μεγάλο εργαστήριο, βλέπει σε δύο δρόμους) . Ο Utterson και ο Enfield αρχίζουν λοιπόν μια συζήτηση , από το δρόμο στο παράθυρο  , με τον φίλο τους τον Jekyll, που φαινεται χαρούμενος από την παρουσία τους όταν ξαφνικά , «το χαμόγελο σβύνει από το πρόσωπο του και δίνει τη θέση του σε μια έκφραση τρόμου και  απόγνωσης  τόσο φρικτής που έκανε τους δυο κυρίους στο δρόμο να παγώσουν μέχρι το μεδούλι»

  Από εκεί κι έπειτα  τα γεγονότα επιταχύνονται. Ενα βράδυ , ο υπηρέτης τού Jekyll, o Poole , πάει στον  Utterson και τον παρακαλεί  να τον συνοδεύσει  στον  κύριο  του που είναι κλεισμένος στο εργαστήριο του. Ο Utterson πράγματι τον συνοδεύει. Χτυπούν την πόρτα τού εργαστηρίου αλλά ο Jekyll απαντά ότι δεν θέλει να δει κανέναν. Ο Poole επισημαίνει στoν Utterson  ότι η φωνή τού Dr. Jekyll  έχει αλλάξει , και ότι τώρα πια αυτό που ακούν είναι η  φωνή του Mr Hyde .

 

 

 

Αλλαγή φωνής

 

ΤΟ ΑΙΝΙΓΜΑ ΤΟΥ ΔΥΟ ΔΙΑΙΡΕΜΕΝΟΥ ΣΕ ΕΝΑ

 

   Σε αυτό το σημείο συνοπτικής ανασύστασης τού αφηγήματος τού Στήβενσον ,  μου είναι δύσκολο να αντισταθώ στον πειρασμό και να μην προστρέξω , και πάλι,  σε αυτό το ανώμαλο μαθήμιο του Καπιταλιστικού Λόγου. Πράγματι , η επίκληση της φωνής επιβάλλει θα λέγαμε να ενεστωποιήσουμε  σε αυτό το μαθήμιο τον όρο του α.   

 

Hyde                             $                      S2      Dr Jekyll

 

 

Stevenson                      S1                      α        voix

 

Απο το διαιρεμένο υποκείμενο $ πάμε στο S1

Aπο τη γνώση  S2  πάμε στο α

 

Από το S1 πάμε στη γνώση

Και από το α στο εμποδισμένο/διαιρεμένο υποκείμενο

 

 

Eάν το  S2 , η γνώση (savoir), είναι  ο Dr Jekyll και $το δαιρεμένο υποκείμενο  ο Mr Hyde΄ εάν ως S1 δεν μπορούμε να τοποθετήσουμε άλλον από τον ίδιο τον συγγραφέα ,τον Robert Louis Stevenson, τον μαιτρ τού μυστηρίου, μπορούμε να ακολουθήσουμε,  κατά τη φορά του τόξου που κατεβαίνει από το S2 στο α , μετά ξαναανεβαίνει από το α στο $ , τη μεταμόρφωση της φωνής. Γνωρίζουμε ότι η φωνή  τροποποιείται , καλλιεργείται  από τη γνώση (savoir)  -πώς για παράδειγμα να μην αναγνωρίσει κανείς τη φωνή ένος ιερέα σε  μια ραδιοφωνική εκπομπή;  Μόνο που, η εμπειρία της μεταμόρφωσης του Jekyll  σε Hyde έχει σαν συνέπεια να απογυμνώσει , να γδύσει τη φωνή απο το ένδυμα της,  να απεκδυθεί η φωνή την καλλιέργεια της για να αντηχήσει  η ενορμησιακή της χορδή που μέχρι τοτε σιωπούσε. H γνώση/ειδέναι (savoir) έχει μια φωνή. Η ενόρμηση μια άλλη φωνή , και είναι αυτή που προδίδει το υποκείμενο. Με αυτό σαν δεδομένο πέρα από τον καταναγκαστικό  χαρακτήρα αυτής της εφαρμογής , μπορεί κανείς να αναρωτηθεί  , αφού ο Λακάν στους  Λόγους ορίζει το μικρό α ως  plus de jouir/αναπλήρωμα/επιπλέον απόλαυσης/ως ακόμα παραπάνω απόλαυση , μήπως θα ήταν καλύτερα να θεωρήσουμε ότι το χρήμα , και πιο συγκεκριμένα το χρήμα το αποδεσμευμένο από την υπεραξία  (  l argent degage par la plus –value) , καταλαμβάνει αυτή τη θέση της παραγωγής ενεστωποιώντας το α ; *54στμ  Η ακόμα, γιατί όχι , τα αενάως πολλαπλασιαζόμενα καταναλωτικά αντικείμενα , που προορίζονται  να κορέσουν  την επιθυμία του υποκειμένου μάταια όμως αφού το υποκείμενο δεν παύει ποτέ να είναι διαιρεμένο, δεν παύει ποτέ να διαιρείται *55στμ . Aυτό ακριβώς το δομικό δεδομένο  είναι στο κέντρο της λύσης *56στμ  τής «περίεργης υπόθεσης». 

Προς το παρόν αυτές οι σκέψεις παραμένουν  υποθέσεις . Θα πρέπει  σύντομα να τις επιβεβαιώσουμε.

 

   Από την άλλη , αυτή η τοποθετήσιμη στο α φωνητική μεταβλητή ,  αυτό το δ ι α φ ο ρ ι κ ό  Jekyll/Hyde, μήπως είναι  αυτό  που θα μπορούσε να μας κάνει να μην αμφισβητούμε ως $, ως διαιρεμένο υποκείμενο  μόνον τον Hyde,  αλλά και και τον Utterson,  τον τέλειο γυιό, στο τέλος της αφήγησης , όπου το αίνιγμα τού δύο διαιρεμένου σε ένα  επιτέλους λύνεται;  Πράγματι , ο Utterson είναι αυτός  που θα πάρει τη θέση τού Hyde  στην διαθήκη τού Jekyll  , κάτι που ποτέ δεν υπογραμμίστηκε αρκετά.

Ας συνεχίσουμε το ξετύλιγμα.

Ο Poole αποκαλύπτει  στον Utterson ένα δεύτερο επεισόδιο. Toυ δίνει να διαβάσει ένα σημείωμα (γράμμα 7) που είχε στείλει ο Jekyll στον φαρμακοποιό του , στο οποίο παραπονιέται έντονα ότι η σκόνη που του είχε στείλει δεν είχε ακριβώς την ίδια σύνθεση  με εκείνην που είχε αγοράσει και χρησιμοποιήσει αρχικά ( θα αποδειχθεί  ότι η αρχική σκόνη ήταν I m p u r e /ακάθαρτη/μαγαρισμένη   μικτη/μιγμα *57στμ και είναι πιθανώς γι αυτό το λόγο που  προκάλεσε την μεταστροφή  του Hyde  σε Jekyll.)  Στη συνέχεια, ο Poole αποκαλύπτει στον Utterson πως είχε δει μια φορά τον κύριο του παραμορφωμένο , σαν να φορούσε μάσκα  στο πρόσωπο του. Αφού για πολλοστή φορά  κατέληξε σε μια ακόμη λανθασμένη εξήγηση , ο Utterson αποφασίζει επιτέλους να παρέμβει όπως του το ζητά  ο Poole. Oι δυο τους πάνε και σπάνε την πόρτα τού εργαστηρίου και...βρίσκουν το πτώμα του Hyde , o οποίος είχε αυτοκτονήσει με κυάνιο.

  Αυτή τη φορά ο αναγνώστης σίγουρα έχει καταλάβει περισσότερα από τον Utterson , ο οποίος αφού ανακάλυψε το πτώμα τού  Hyde εξακολουθεί να ψάχνει τον Dr Jekyll. O Utterson είναι πάντα δομικά σε χρονική υστέρηση.  Tις ενδείξεις που συνεχίζει να εντοπίζει,   δεν ξέρει να τις διαβάζει ,  όπως όταν βρίσκει  στο εργαστήριο ένα ηθικοπλαστικό βιβλίο τού Jekyll  γεμάτο «σκανδαλώδεις βλασφημίες» , γραμμένες από το ίδιο το χερι του Jekyll. Τέλος, ο Utterson βρίσκει πάνω στο τραπεζάκι τρία ντοκουμέντα : τη διαθήκη στην οποία και αναφέρεται ως κληρονόμος στη θέση του Hyde (γράμμα 8) , ένα γράμμα (γράμμα 9)  στο οποίο ο Jekyll του επισυνάπτει  και το ντοκουμέντο που του είχε δώσει ο Lanyon. Tέλος  την εξομολόγηση τού Jekyll (γράμμα 10) . Στα δύο τελευταία  γραπτά , το μυστήριο επιτέλους λύνεται.

Το γράμμα τού γιατρού Lanyon όπως και η έκθεση της περίπτωσης από τον Dr Jekyll βάζουν  επομένως  ένα τέλος στην αφήγηση, στα αινίγματα και τα κενά της, στις τρύπες τού αφηγηματικού πλεκτού , στις λανθασμένες εκτιμήσεις και στις ψευδοεξηγήσεις που ο Utterson παράγει συστηματικά. Η δράση σταματά. Ο Lanyon και ο Jekyll είναι νεκροί. Ωρα να διαλευκανθεί το μυστήριο : επιστρέφουμε στην αρχή για να ξαναφτάσουμε στη σημερινή ροή των συμβάντων, των οποίων τη συνοχή εγγυάται εφεξής η αποκάλυψη τού μυστικού που τα καθιστούσε ακατανόητα.

 

 

Ο διάβολος ή η επιστήμη

 

έχει άραγε θέση η επιστήμη στο πεδιο της απόλαυσης ;

το διακυβευμα ειναι το οριο τησ επιστημησ και ειναι θεμελιωδεσ.

ερωσ και θανατοσ

 

Δεν είναι δίχως λόγο που  τα δύο κείμενα-πηγές  έχουν συνταχθεί από δύο γιατρούς , δύο κατόχους γνώσης , για τους οποίους θυμόμαστε  ότι ήταν ανταγωνιστές στον επιστημονικό τομέα  ή μάλλον ότι διαφωνούσαν ως προς τις δυνατότητες της επιστήμης. Ο ένας , ο Lanyon, επιμένει σέ έναν ουμανιστικό θετικισμό, ο άλλος διέπεται απο τη φιλοδοξία η επιστήμη  να επιτρέψει στον άνθρωπο να εξισωθεί με τον δημιουργό, για να  συνεχίσουμε με την ορολογία που ακολουθείται  σε  αυτό το δεύτερο μισό τού 19ου αιώνα όσον αφορά  στην διατύπωση αυτής τής τάσης. Αυτή  η θεματική σηματοδοτεί μια στροφή . O προηγούμενος άνθρωπος , o άνθρωπος του μαύρου ρομαντισμού, στράφηκε στο διπλό του, ή στη σκιά του, και είναι από τον Διάβολο η μάλλον είναι στον Διάβολο που πιστώνει την ενδεχόμενη συνοχή των δύο.  Οπως είναι  επίσης  με τον Διάβολο που σκέφτεται να κάνει μια συμφωνία, με κόστος να γίνει ενεργούμενο του  , για να κατακτήσει  μια απόλαυση στην οποία είναι αδύνατον να έχει πρόσβαση με ίδια μέσα .  Σημείωσα ήδη την εξαίρεση τού Goethe , o οποίος ακριβώς ανατρέπει την έννοια της συμφωνίας  κάνοντας τον Φαουστ νικητή και τον Μεφίστο ηττημένο. Ιδού το άλμα. Ιδού η στροφή. Η απόλαυση δεν εξαρτάται πλέον από τον Διάβολο αλλά από την επιστήμη . Απο αυτήν την άποψη ο Jekyll είναι περισσότερο μοντέρνος,  είναι νεωτερικότερος  τού Lanyon και ο δόκτωρ Moreau πιο μοντέρνος  απο την Brigitte Bardot,  γιατί τόσο ένας όσο και ο άλλος προεικονίζουν τον βιολογικό  χειρισμό  που στόχος του είναι σαφώς να διατηρήσει τη ζωϊκότητα (animalite) τού ανθρώπινου αντί να φαντασιώνει την ανθρωπιά του ζώου. Μόνο που, το σύνορο ανάμεσα στον Lanyon [oυμανιστικός θετικισμός] και τον Jekyll [εξίσωση με δημιουργό] είναι εξαιρετικά εύθραυστο. Ξέρουμε βέβαια πως ο θετικισμός ακόμα και ο πλέον αυστηρός  συνάδει κάλλιστα με τον πλέον αφελή πνευματισμό [9] , όμως το πραγματικό διακύβευμα δεν βρίσκεται εδώ : ούτε ο Lanyon ούτε ο Jekyll μπαίνουν στον πειρασμό από κάποιον πνευματισμό  και η επιστροφή στην αστρολογία εν μέσω καπιταλισμού καθόλου  δεν τους αφορά . To διακύβευμα είναι το όριο της επιστήμης  και ειναι θεμελιώδες. Το έχω ήδη διατυπώσει : έχει άραγε θέση η επιστήμη στο πεδίο της απόλαυσης ; Δεν πρόκειται για κάποιου είδους σεξολογία που εκ των πραγμάτων δεν μπορεί παρά είτε να λέει ανοησίες είτε να κοροϊδεύει , αλλά για την εμπλοκή και απεμπλοκή [για τη διαπλοκή επομένως] τών ενορμήσεων, τού Ερωτα και τού Θανάτου.

                                               ------------------

 

   Τον τρόπο  αντιμετώπισης αυτού του διακυβεύματος  θα προσπαθήσουμε να αποσπάσουμε από αυτά τα δύο ντοκουμέντα και κυρίως από τη διακήρυξη (statement) τού Jekyll. Ως προς την αφήγηση τού Lanyon ,  θα  πρέπει να κάνω  προκαταβολικά μία παρατήρηση σε σχέση με την ημερομηνία του γράμματος στο οποίο ο Jekyll τού ζητά , με μια αξιολύπητη έκκληση βοήθειας , να συμμορφωθεί στις αλλόκοτες προδιαγραφές του ( για τις οποίες θα μάθουμε πως σκοπό έχουν  να επιτρέψουν στον Jekyll , που μακρυιά από το σπίτι του μεταμορφώθηκε κατά λάθος σε Hyde ,  να προμηθευτεί το απαραίτητο φάρμακο για να μπορέσει να ανακτήσει την αρχική του ταυτότητα). Αυτό το γράμμα έχει ημερομηνία 10 Δεκεμβρίου 18..  Μόνο που, στην «εξομολόγηση» του ο Jekyll τοποθετεί αυτό το επεισόδιο  σε «μια όμορφη μέρα του Γενάρη» . Θα πρέπει άραγε να δούμε σε αυτήν την αντίφαση μια αφηρημάδα του Stevenson ;  Ισως. Ομως, ακόμα και αν έχουμε να κάνουμε με απερισκεψία η αφηρημάδα,  γιατί να μην την υψώσουμε στη δύναμη τού συμπτώματος και να μην θεωρήσουμε ότι έρχεται το σύμπτωμα να σηματοδοτήσει στο πραγματικό την αδύνατη σύλληψη τής συγχρονικότητας ; Ο χρόνος του ενός δεν είναι ποτέ ο χρόνος τού άλλου και ακόμα και αν η φυσική μπορεί να  υπολογίσει (mesurer)  και το ένα και το άλλο δεν μπορεί να τα τοποθετήσει στο ίδιο συνεχές αφ ης στιγμής ο χώρος  εκτύλιξης τους δεν ειναι ποτέ ο ίδιος. *58στμ   

    Οσο για την αφήγηση τού Lanyon , ουσιαστικά, το καινοφανές εδώ είναι η συνάντηση του με τον Hyde και  η αναστάτωση του όταν βλέπει με τα ίδια του τα μάτια τον Hyde  να μεταμορφώνεται  σε Jekyll.  Ως προς το πρώτο , ο Lanyon γνωστοποιεί στον Utterson αυτό που προκαλεί ο Hyde , απλά και μόνο με την παρουσία του, σε αυτούς που τον βλέπουν: « […] μοναδική οργανική διαταραχή που η παρουσία του όταν ήμουν κοντά του μου προξενούσε . Αυτή η αναστάτωση  έμοιαζε κάπως με αρχή αγκύλωσης  την οποία ακολουθούσε μια εξασθένηση σφυγμού.» . Ο Lanyon ξεκαθαρίζει ότι αυτό το εφφέ δεν πηγάζει από κάποιο αίσθημα μίσους. Βέβαια , όπως άλλες μαρτυρίες πιστοποιούν στην αρχή της αφήγησης , ο Hyde εμπνέει  μίσος. Μπορεί μάλιστα να πει κανείς ότι είναι ένας καταλύτης μίσους. Ομως εδώ , στην μαρτυρία τού Lanyon , πρόκειται για κάτι άλλο . Ενα «ευγενέστερο αίσθημα» ΄ δεν θα πει τίποτα παραπάνω. Σε μας εναπόκειται να τολμήσουμε να σκεφτούμε  ότι πέραν  της σκανδαλώδους  διαπίστωσης  ότι ο Hyde δεν είναι   όμοιος μας, αυτό που ανακαλύπτει ο Lanyon  σε αυτήν την αναλλοίωτη  αλλότητα είναι το ανθρώπινο καθ εαυτό. *59στμ  

   Ως  προς  το δεύτερο σημείο , την επανεμφάνιση του Jekyll , το εφφέ είναι περισσότερο συνηθισμένο, αν και εξίσου κατακλυσμιαίο : « Η ζωή μου , λέει ο Lanyon , συγκλονίσθηκε συθέμελα.  Η φρίκη από τη ανακάλυψη  «τού ηθικού ξεπεσμού » τού Jekyll   και από το ότι είναι ο δολοφόνος τού  Carew (αξίζει να παρατηρήσουμε  εδώ την στοργική χρήση τού μικρού ονόματος  τού Sir Danvers) θα οδηγήσει τον Lanyon στο θάνατο. Μένει να αποτιμήσουε την ηθική , γιατι οι ηθικοί κανόνες  εδώ , και αυτό είναι κάτι πού ο θάνατος τού Lanyon το αποδεικνύει, δεν αποτελούν επαρκές  ανάχωμα [10]

 

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΑΙΘΟΥΣΑ                                                       

  Ας μπούμε λοιπόν τώρα στη κεντρική αίθουσα , στην παρουσίαση  της περίπτωσης τού Jekyll [S2] από τον ίδιον : την κατάθεση , ενώπιον τού δικαστηρίου που αποτελείται μόνο από τον Utterson. Θα αφήσω και , δικαίως η αδίκως , δεν θα ασχοληθώ με το αυτοβιογραφικό σημείωμα, που είναι αρκετά κοινότυπο  και  το οποίο μας παραδίδει ο Jekyll. Χαρακτηρίζεται απο διπροσωπία και ειλικρίνεια ή για να το πούμε σωστότερα, αντικειμενική διπροσωπία και υποκειμενική ειλικρίνεια. Πιο κοντά στον πυρήνα τού ηθικού ζητήματος βρίσκεται η θέση : « Ο άνθρωπος στην πραγματικότητα δεν είναι ένας , αλλά σαφώς δύο.» Και αναμφίβολα, το «φρούριο της ταυτότητας» δεν είναι εδώ παρά για να εμπεριέξει  αυτην την πρωταρχική , προελευσιακή  σχάση (scission) , να την στριμώξει και να την χωρέσει  σε έναν κορσέ, πού , σε τελευταία ανάλυση  δεν αργεί να ξεκουμπώσει μόλις κάποιος προσανατολίσει τις επιστημονικές μελέτες προς το <μυστικό και υπερβατικό> . Eξάλλου o Jekyll δεν αποκλείει ο άνθρωπος να είναι πολλαπλός – ο Stevenson ήταν ενημερωμένος σχετικά με τις εργασίες των ψυχολόγων και των γιατρών  της εποχής σχετικά με τις πολλαπλές προσωπικότητες,  και οι οποίοι πειραματίζονταν με την ύπνωση. Δυαδική υπόσταση ή πολλαπλή , το ζήτημα παραμένει ανοικτό. Θα ασχοληθούμε ξανά με αυτό όταν θα εξετάζουμε το έργο των   Deleuze και Guattari.

 

 

Η ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ ΣΤΟΝ ΗΥDE ΑΠΑΛΛΑΣΣΕΙ ΤΟΝ JEKYLL AΠΟ ΤΙΣ ΕΝΟΧΕΣ ΤΟΥ.   

  Παραμένει το γεγονός ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση  τού Jekyll , πρόκειται για δύο  οντότητες που έρχονται αντιμέτωπες η μια με την άλλη, δύο και μόνο δύο : το καλό και το κακό. Μόνο που , οι δύο , αυτά τα δύο «αντιποδικά δίδυμα» , δεν είναι μοιρασμένα το ένα από δω και το άλλο απο κεί,   partes estra partes,  στον Hyde και τον Jekyll.  Βέβαια , ο Hyde   παρουσιάζεται ως το κακό, το αμιγές , το αγνό κακό , η ενσάρκωση τού κακού. Ο Jekyll  όμως  παραμένει μοιρασμένος ανάμεσα σε καλό και κακό . Αν δεν ήταν έτσι , αν κάτι τέτοιο δεν ίσχυε, ο Jekyll δεν θα είχε καν επιχειρήσει να γίνει Hyde. Σε αυτό το μέρος του βιβλίου, δύο πράγματα πρέπει να προσέξουμε. Από τη μιά , την απομόνωση τού κακού.  Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η μεταβίβαση του κακού στον Hyde , απαλλάσσει τον Jekyll  από τις ενοχές του :  « O  άδικος τότε ακολουθεί το δρόμο του ,  απελευθερωμένος από τις προσδοκίες και τις τύψεις  του ανώτερου διδύμου του  ΄ και ο δίκαιος μοιάζει να προχωρά με βήμα σταθερό και σίγουρο στον ιδεώδη δρόμο του , εκπληρώνοντας τις καλές πράξεις στις οποίες βρίσκει ευχαρίστηση , δίχως πια να βλέπει τον εαυτό του να εκτίθεται στην ατίμωση  και τις τύψεις που προξενεί αυτό το αλλότριο  κακό » 

Δεν μπορούμε να μην εντυπωσιαστούμε από αυτήν την προεικόνιση του μοντέρνου, βλέπε μεταμοντέρνου/μετανεωτερικού, υποκειμένου, και θα δούμε ότι το πρόσωπο τού κεφαλαιοκράτη Pierpont Mauler , στην Αγία Ιωάννα των Σφαγείων  τού Μπρέχτ , ανταποκρίνεται εντυπωσιακά σε αυτόν τον σχηματισμό.  Δεν θα πρέπει όμως να παραβλέψουμε ότι αυτό που μπορεί να έχει χαρακήρα κριτικής ,  είναι προελευσιακά  μπολιασμένο με την άρνηση τής τιμωρίας όσον αφορά στο προπατορικό αμάρτημα και πως υπό αυτήν την έννοια  το συμπέρασμα δεν είναι τόσο μονοσήμαντο, μια που το εν λόγω  ιδεώδες  πάει πολύ πιο πέρα από την ενδεχόμενη εργαλειοποίηση του από τον καπιταλισμό. Το άλλο που θα πρέπει να προσέξουμε :  μας αφήνει άναυδους το ότι ο Stevenson , όσον αφορά  στόν τρόπο που στοχάζεται , στον τρόπο που συλλαμβάνει νοητικά  τη μεταμόρφωση τού σώματος του Jekyll σε σώμα Ηyde ( το κακό συρρικνώνει!) , διαισθάνθηκε τη  μ η   υ λ ι κ ό τ η τ α  τού σώματος *60 στμ . Για να μεταφράσουμε αυτή την διαίσθηση δίχως να την παραβιάσουμε ούτε κατ ελάχιστο, ας παραθέσουμε τους όρους που ο Λακάν επιλέγει για να εκθέσει αυτό το ζήτημα στη «Ραδιοφωνία» : «Το πρώτο σώμα [το του συμβολικού] κάνει (fait) το δεύτερο ενσωματούμενο σε αυτό. Εξ ου και το ασώματο που απομένει να σημαδεύει το πρώτο, καιρό μετά την ενσωμάτωση του /σωματοποίηση του» *61στμ Γι αυτό  ο Hyde  χαρακτηρίζεται «πλάσμα ανοργανικό», πράγμα που δεν αντιβαίνει αλλά καταφάσκει τον  «έρωτα  για  ζωή» , δεν πρόκειται  για έναν Ερωτα βιολογικής υπόστασης  αλλά ανακύπτει , ας μη το ξεχνάμε ποτέ, από έναν πειραματισμό που επινόησε, κατασκεύασε και θέλησε ένα ανθρώπινο πλάσμα.

 

η σχάση είναι μια ορθοπεδικη πρόθεση που καλύπτει την διαίρεση του υποκειμένου και απαλλασει απο το ηθικο ζητημα.

  Νάμαστε λοιπόν. Να που οδηγηθήκαμε  στην καρδιά τού πρακτικου λόγου του  Jekyll . Ενώ ο Hyde  υποτίθεται ότι  είναι το αγνό κακό, ο Jekyll  είναι ένα  μείγμα καλού  και κακού . Και ακριβώς επειδή ο Jekyll  απορρίπτει αυτήν την υποκειμενική διαίρεση συλλαμβάνει και πραγματοποιεί το σχέδιο Hyde , αλλά δεν τα καταφέρνει [να απαλλαγεί από τη διαίρεση]. Οι Hyde και Jekyll  επομένως δεν είναι συμμετρικοί  και είμαστε σε θέση να υποστηρίξουμε ότι ο μύθος που σφυρηλατήθηκε από τον Stevenson  είναι ο μύθος της άρνησης της υποκειμενικής διαίρεσης με στόχο να δείξει ότι αυτή η άρνηση  είναι αδιέξοδη.  Κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει από τον εαυτό του τον Hyde δίχως  να κινδυνεύει να μεταμορφωθεί σε αυτόν η να αυτοκτονήσει .   Kατά τον ίδιο τρόπο , mutatis mutandis , θα δούμε πώς , στο έργο του Μπρέχτ , Η Αγία Ιωάννα των σφαγείων , η Ιωάννα π ρ ο ο ρ ί ζ ε τ α ι   να είναι το αγνό καλό , και ο Μάουλερ η διαίρεση ανάμεσα σε καλό και κακό.  Δεν μας εκπλήσσει λοιπόν ιδιαίτερα ότι ο ίδιος ο Jekyll , όπως άλλωστε το λέει στην κατάθεση του , σκέφτηκε  ότι η επινόηση του εγινε «υπό το  κράτος ευγενών και μεγαλόψυχων αισθημάτων», πράγμα που σύμφωνα με τον ίδιον, θα μπορούσε να του  είχε  προσφέρει την ευκαιρία και τη δυνατότητα να καταλήξει  «άγγελος και όχι διάβολος». Αυταπάτη , δεν χωρά αμφιβολία, αλλά αυταπάτη αποκαλυπτική  αυτού του πειρασμού να ξεφορτωθει,  να απαλλαγεί από το ηθικό ζήτημα. Με αυτην την έννοια , η σχάση είναι μια ορθοπεδική πρόθεση (prothese orthopedique) που συγκαλύπτει την διαίρεση του υποκειμένου.

 

 

ΤΟ ΧΡΗΜΑ  

   Το έθιξα εξ αρχής΄ μιά υπόκωφη ανησυχία στοιχειώνει την καθημερινότητα αυτού τού αλλόκοτου νοικοκυριού: ανησυχία  για το χρήμα που είναι αναγκαίο για την επιβίωση τού Hyde , σε περίπτωση εξαφάνισης τού Jekyll.  Στην αρχή έχουμε τη σύνταξη και κατάθεση της διαθήκης, μετά,  την απαίτηση για χρηματική αποζημίωση από τους γονείς τού κοριτσιού που ποδοπατήθηκε  και την επιταγή που τους δόθηκε από ένα καρνέ επιταγών  εν ονόματι του Hyde (μπλοκ επιταγών το οποίο θέλησε να κάψει για να σβύσει τα ίχνη του , αλλά που το στέλεχος του ξαναβρέθηκε ανέπαφο στις στάχτες),  το γεγονός  ότι η αστυνομία υπολογίζει , κακώς, ότι μπορεί να τον πιάσει  όταν θα επιστρέψει στην τράπεζα για να αποσύρει χρήματα , κλπ. Μπορούμε να επιβεβαιώσουμε ότι μεταβίβαση προσωπικότητας δεν γίνεται  δίχως  μεταβίβαση  χρήματος , αυτό το τελευταίο  άλλωστε , με την έλευση του κόσμου της καπιταλιστικής  παραγωγής, έχει γίνει όχι μόνο το απαραίτητο  μέσο για επιβίωση αλλά και το μέτρο υπολογισμού τής αξίας τού καθένα . Tην ευυποληψία  τού Hyde δεν μπορεί να την εγγυηθεί παρά η περιουσία του Jekyll . Δεν υπάρχει υποκείμενο δίχως χρήμα , δεν υπάρχει $ δίχως α. Το χρήμα  έρχεται πολύ συγκεκριμένα στη θέση τής απώλειας τής απόλαυσης που σηματοδοτεί η είσοδος στη γλώσσα την ίδια στιγμή ακριβως που με την είσοδο στη γλώσσα εγκαθίσταται και η απαίτηση για απόλαυση. Στο  α , το έχουμε δει, το έδειξα σε ένα πρώτο χρόνο,  θα μπορούσαμε να τοποθετήσουμε  τη φωνή, μερικό αντικείμενο. Ομως  η φωνή , όπως ο Stevenson  το λέει και το ξαναλέει , αλλάζει. Η φωνή τού Hyde  δεν είναι η φωνή του Jekyll. Aυτή η μεταβλητότητα  τών αντικειμένων α είναι η επισφάλεια τους και υπογράφει την ακατάλληλότητα τους να διασφαλίσουν το plus-de-jouir /το επιπλέον απόλαυσης / την υπερ απόλαυση  που στον καπιταλιστικό λόγο  αναμένεται οτι τελικά θα άρει τη μπάρρα που διαιρεί το υποκείμενο, χάριν ενός ατόμου στερημένου ασυνειδήτου, όπως λένε για τις γυναίκες στερημένες φαλλού !

  Ετσι και ο καπιταλιστικός λόγος <εκπληρωθεί> θα έχουμε ένα υποκείμενο αναγώγιμο στο καθεστώς τού μηδενός ,  εκτός τής συγκροτητικής του διαίρεσης επομένως,  αφού μηδέν είναι η αρμόζουσα τιμή αφ ης στιγμής το υποκείμενο καθίσταται αμιγής επίπτωση γλώσσας (langage). Καθώς όμως το υποκείμενο  είναι μη αναγώγιμο κατά τη διαίρεση του *στμ 61 , [πάντα υπάρχει υπόλοιπο] ο καπιταλιστικός λόγος θα καταρρεύσει [11]  . Στον καπιταλιστικό λόγο τo χρήμα έρχεται ως γενικό ισοδύναμο (για να στηριχτούμε εδώ στην μαρξική ονοματοδότηση) να υποκαταστήσει τα μερικά αντικείμενα , και να διασφαλίσει έτσι την αναγκαία αμεταβλητότητα ούτως ώστε το plus de jouir/επιπλέον απόλαυσης  να μην <αποτύχει> [να εκπληρώσει το <στοχο> της ολοσχερους υποκατάστασης δικαιώνοντας εν τέλει τον όρο υπερ-απόλαυση ] . Προφανώς, αυτό κατατείνει , όπως ακούμε να λένε σήμερα αυτοί οι ίδιοι που συνέβαλαν σε αυτήν την αυταπάτη (illusion), στο να εγκαταλειφθεί η πραγματική οικονομία  και να θεωρήσουμε ότι υπάρχει μια παρθενογένεση τού χρήματος που το θέτει υπεράνω κάθε υποτίμησης .

  

   Aπό μια ορισμένη άποψη , όλα παίζονται όταν ο Jekyll παύει να έχει τον έλεγχο τής μεταμόρφωσης του σε Hyde , προς τη  μια η προς την άλλη κατεύθυνση . Η θέληση τού Jekyll απενεργοποιείται. Είναι η περίφημη «ωραία λαμπρή μέρα του Ιανουαρίου»  που είδαμε ότι οδηγεί  στο λάθος  χρονολόγησης τού  Stevenson.  Mέχρι τότε , η θέληση τού Jekyll ήταν η εγγύηση για την βιωσιμότητα μιας ορισμένης ταυτότητας, από τη μεριά τού Jekyll. O Hyde παρέμενε ένα «δημιούργημα» έστω και αν ο «δημιουργός»  του χαιρόταν για την «ηθική» του ανεξαρτησία. Σε  αυτό το νέο σχήμα  αντίθετα , ο πανικός τού Jekyll παρουσιάζεται ως το σημείο μιας απειλητικής αποπροσωποποίησης , δηλαδή της ολοσχερούς απώλειας της ταυτότητας , εν όψει μιας ανασυγκρότησης  μεν , αλλά από τη πλευρά Hyde.  Σε αυτήν τη συγκυρία , αυτό που έρχεται κυριολεκτικά να σώσει τον Jekyll , είναι η ανάμνηση,  παραθέτω , «ότι, από την αρχική , προελευσιακή μου προσωπικότητα , κάτι τι  απόμενε : είχα ακόμη τη γραφή μου. Αφ ης στιγμης ο νούς μου πήγε σε αυτήν την αρχική σπίθα , ο δρόμος που έπρεπε να ακολουθήσω φωτίστηκε απ άκρη σ άκρη.»

   Εμείς , σε αυτό το σημείο της ανάγνωσης ,  θυμόμαστε ότι είναι ο Guest, ο πρώτος υπάλληλος τού Utterson , που είχε παρατηρήσει ότι η γραφή του Hyde και τού Jekyll δεν διαφέρουν παρά μόνο κατά την κλίση τους . Σε αντίθεση με τη φωνή, μια γραφή δεν μπορεί να αλλάξει , στη χειρότερη περίπτωση , δεν μπορεί παρά να πλαστογραφηθεί . Σε αυτήν την περίπτωση τό ότι η γραφή τού Hyde είναι ίσια, γιατί ίσιωσε ,  πιο πολύ μας παραπέμπει στην  καταστολή  τού κλίναμεν τού Λουκρήτιου που θεμελιώνει τη διαλεκτική του πραγματικού. Γραφή από τη μια λοιπόν  , φωνή και χρήμα από την άλλη.  Αυτό που σώζει τον Jekyll θα μπορούσα να πω χοντρικά ότι είναι αυτό που καταδικάζει ο καπιταλιστικός λόγος , το ξεκαλούπωμα,  προσθέτοντας , για να κάνω ακόμα πιο οριστική και ρηξικέλευθη  τη διατύπωση μου , πως η γραφή κατά τη λειτουργία της ως αντίσταση στην  εικονικοποίηση (virtualisation) δεν είναι τίποτε άλλο από το ίδιο το σύμπτωμα *62 στμ  . Δεν υπάρχει καμμία ανάγκη μεταφορικοποίησης τού  όρου της γραφής για να περάσουμε στη γραφή τού συγγραφέα Stevenson. Γιατί κατά την υπογραφή είναι η παρουσία του κυρίου Ονόματος και ο αλυτρωτισμός του απέναντι στην γλωσσική παγκοσμιοποίηση , που καθιστά τη γραφή  μέσο διάνοιξης μιας εξόδου απο την γλωσσική καταδίκη.

 

ΠΟΙΟΣ ΠΕΘΑΙΝΕΙ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑ ΤΟΥ JEKYLL ; ΓΙΑ ΠΟΙΟ ΣΩΜΑ ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ;

Σε αυτή τη βάση ,τέλος, μπορούμε να προσεγγίσουμε το πιο ευαίσθητο σημείο. Kατά  την αυτοκτονία του Jekyll , ποιός πεθαίνει;  Πρόκειται άλλωστε  για  μια αυτοκτονία ;  Αφού το σώμα (body) αυτού που αυτοκτονεί δεν είναι το ίδιο με το σώμα (corpse)*στμ 63 τού πτώματος που θα βρούν o Utterson και ο Poole . Στην κατάθεση του ο Jekyll επιμένει στο εξής: « Il , dis je , et non pas je »  «Αυτός, λέω , και όχι εγώ», υπογραμμίζοντας έτσι εμφατικά ότι, όταν είναι ο Hyde , δεν μπορεί  να οικειοποιηθει το Je υποκειμενικά ως  εκφορά στο πρώτο πρόσωπο. Για να πούμε την αλήθεια, αυτή είναι ούτως η άλλως η συνήθης  περίπτωση ή πιο συγκεκριμένα ,  η αναγκαία : τo je  της εκφοράς  δεν ταυτίζεται   με το je του εκφερόμενου.  Ομως λέει άραγε o Jekyll  λέει αλήθεια ;  Ας παραθέσουμε την τελευταία φράση του αφηγήματος , η μάλλον την τελευταία πρόταση : «(Je mets) (εγώ) Βάζω ένα τέλος στη ζωη αυτού του δυστυχισμένου Henri Jekyll.»  Ποιός σε αυτήν την περίπτωση είναι το  je (εγώ/υποκείμενο της εκφοράς) , αφού ο Jekyll προσδιορίζεται ως  αυτός; *στμ 64 Δεν είναι ο Ηyde ; *στμ 65  Μερικές γραμμές πιο πάνω  άλλωστε , ο Jekyll γράφει : « Οταν θα ενδυθώ για ακόμα μια φορά αυτήν τη μισητή προσωπικότητα , γνωρίζω εκ των προτέρων ότι θα παραμείνω στην πολυθρόνα μου να τρέμω και να κλαίω.» . Είναι αλήθεια λοιπον ότι μέσα στην ίδια  φράση υπάρχει μια μεταβίβαση τού  je (τού εγώ ως υποκειμένου της εκφοράς)  που τελείται σ υ ν ε χ ώ ς  έτσι ώστε ο αναγνώστης δεν αντιλαμβάνεται  αμέσως το πάθος  αυτού τού υποκειμένου, τού Hyde  τού κακού που επιτέλους χάρη στην αγωνία του βρίσκει τη διαίρεση του.  

 

 

Οι τρείς σκηνές

 

  Μόλις σταματήσαμε το ξετύλιγμα, το ξήλωμα,  και βρισκόμαστε στο τελευταίο αινιγμα ΄ δεν έχουμε ακόμα τελειώσει. Στην κατάθεση του γιατρού Jekyll, υπάρχει ένα στοιχείο που μέχρι στιγμής  δεν έχουμε θίξει , ένα ασήμαντο συμβάν που λαμβάνει χώρα κατά τη διαδρομή  που οδηγεί τον Hyde από το ξενοδοχείο όπου είχε καταφύγει μέχρι το σπίτι τού γιατρού Lanyon όπου ελπίζει να βρεί το φάρμακο χάρη στο οποίο θα μπορέσει να γίνει ξανά  Jekyll: «Μια γυναίκα τον πλησίασε , για να τού προσφέρει , απ οτι φαίνετα, ένα κουτί σπίρτα. Την χτύπησε στο πρόσωπο . Εκείνη τό βάζει στα πόδια.»

  Αυτή η σκηνή αποτελεί την τρίτη εκδοχή της σκηνής που έχουμε αποκαλέσει   πρωταρχική ή προελευσιακή και δεν είναι πια δυνατόν να μην πάει ο νούς μας στην ανάλυση τού Freud  ΧΤΥΠΟΥΝ ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ  (Εin Kind wird geschagen) και να μην προχωρήσουμε και εμείς στις παραλλαγές τής φαντασίωσης . Στο αφήγημα του Stevenson, έχουμε τα εξής:

Σκηνη πρωταρχική Ι : ένα κοριτσάκι υφίσταται ξυλοδαρμό (χτυπιέται) *66 στμ , από τον Hyde, υπό το βλέμμα ενός άνδρα

Σκηνή ΙΙ : ένας άνθρωπος υφίσταται ξυλοδαρμό (χτυπιέται) , από τον Ηyde, υπό το βλέμμα μιάς γυναίκας.

Σκηνή ΙΙΙ : μια γυναίκα υφίσταται ξυλοδαρμό (χτυπιέται) , από τον  Hyde  , υπό το βλέμμα ποίου ;

Για να απαντήσουμε στην τελευταία ερώτηση , και αφού η σκηνή είχε τουλάχιστον ένα μάρτυρα , εκείνον που την αναφέρει (la rapporte*67στμ), θα μπορούσαμε να ικανοποιηθούμε με το να αρκεστούμε  να πούμε : τού Jekyll.  Θα πρέπει να υπογραμμισθεί ότι αυτός ο μάρτυρας δεν είναι ιδιαίτερα βέβαιος για τον ίδιον του τον εαυτό, προσθέτοντας, με αφορμή το κουτί με τα σπίρτα , «απ’ ό,τι φαίνεται», ως εάν, τη στιγμή της σκηνής, αυτός ο μάρτυρας, ο Jekyll επομένως, είχε ήδη απορροφηθεί από την προσωπικότητα  του Hyde σε σημείο να α φ α ν ί ζ ε τ α ι ως μάρτυρας [12].

Αλλά , βέβαια, ο έσχατος μάρτυρας , αφού είναι ο συγγραφέας της μυθοπλασίας της μαρτυρίας , είναι ο ίδιος ο Stevenson. Θα δούμε σε λίγο πώς αυτή η υπόθεση επιβεβαιώνεται.

Οσον αφορά στις τρεις εκδοχές τώρα. Ο Hyde είναι, κανονικά , σε θέση φορέα(agent) , *68στμ τού φορέα τού ευνουχισμού , για να  εισαγάγουμε τη θέση τού Freud , και τού πραγματικού πατέρα (pere reel ) ,για εισαγάγουμε τη θέση τού Lacan που διατύπωσε στο σεμινάριο XVII,  Η ανάποδη της ψυχανάλυσης *69στμ. Αυτό το συμπέρασμα  δεν αντιφάσκει , αλλά καταφάσκει  τον χαρακτηρισμό  που προτείναμε προηγουμένως για τον Hyde  ως αμιγές ενορμησιακό ον. Είναι  γεγονός ότι η φαντασίωση , κυρίως σαδική , είναι από τη μεριά Jekyll , είτε  υπό  ασυνείδητη είτε υπό συνειδητή μορφή , και η γυμνή ενόρμηση , η ενόρμηση που έχει απεκδυθεί της φαντασίωσης , είναι από τη μεριά τού Hyde. Βέβαια, η εγκληματική δράση , ο φόνος τού Sir Carew Danvers , τού προσφέρει μια απόλαυση σαδική ( «κάθε χτύπημα ήταν για μένα ηδονικό») , αλλά αυτή η απόλαυση που τού αποδίδει  ο Stevenson  είναι σίγουρα αποτέλεσμα σύγχισης τού συγγραφέα όσον αφορά στην έννοια τού πραγματικού πατέρα . Στην πραγματικότητα η απόλαυση τού πραγματικού πατέρα είναι τελεσιδίκως  άγνωστη (non sue) , αφού ο ορισμός τού πραγματικού πατέρα προϋποθέτει και συνεπάγεται  λογικά ότι η απόλαυση που τού αποδίδουν είναι η απόλαυση τού υποκειμένου  (βλ. Τον εφιάλτη τού Stevenson ). Ομως με την εξής επιφύλαξη :  o Hyde *70  είναι σαφώς ο φορέας (agent) τού ευνουχισμού , αυτός που εξαιρείται τού φαλλικού νόμου*71στμ  όπως άλλωστε και  κάθε πάθους  : δεν μισεί αυτόν που σκοτώνει. Είναι αντικείμενο  μίσους , οχι φορέας .  (La haine, il en est l objet , non l agent. )  Aυτό μας οδηγεί στο να αναζητήσουμε  τη μορφή τού πατέρα που λειτουργεί ως αντίβαρο στη μορφή τού Hyde . Aυτός ο πατέρας,  σαφώς   είναι ο Utterson , που προσφέρεται για κάθε χρήση, αλλά ένας πατέρας συμβολικός, αυτός που, σε κάθε περίπτωση , σε κάθε τι ,   συμμορφώνεται με  τον νόμο και που, σύστοιχα, μπορεί να εξηγήσει όλα τα πράγματα, και κυρίως τα αίσχη τού γυιού. Είναι άλλωστε απολύτως συνεπές , ο τέλειος γυιός  εκπληρώνεται ως συμβολικός πατέρας. Δεν θα μπώ στην, προφανώς αρκετά πολύπλοκη, ψυχολογία τών σχέσεων τού Stevenson με τον πατέρα του , που παρόλο που είναι ένας υποστηρικτής τού γυιού του είχε αρκετά άκαμπτες απόψεις ως προς τον  δρόμο που θα έπρεπε να ακολουθησει ο γυιός του – ο συμβιβασμός ανάμεσα στην σταδιοδρομία του μηχανικού και τη σταδιοδρομία τού συγγραφέα  κατέληξε στην επιλογή των νομικών σπουδών!

  

JEKYLL=S2 (ειδέναι) . HYDE= $ (διαιρεμένο υποκείμενο)

  Είπα πως ο Jekyll αρνείται τη διαίρεση του  ως υποκειμένου . Καταλαμβάνει τη θέση τού ειδέναι (savoir)  και αναθέτει  στον Hyde  τη θέση τού υποκειμένου .   Με αυτό το εγχείρημα , ο Jekyll  εγγράφεται  σαφέστατα στον καπιταλιστικό  λόγο , μια που η δεδηλωμένη του ελπίδα  είναι να απαλλαγεί από τη σχέση του με την επιθυμία κατασκευαζοντας , ανάμεσα στο υποκείμενο  Hyde και το αντικείμενο αιτία της επιθυμίας του , μια  τέτοια σχέση  που τό ένα  θα μπορούσε να συμπληρώσει/ολοκληρώσει το άλλο και να τελειώνει έτσι με τη διαίρεση του όπως και με την υποκειμενοποίηση του  . Μόνο που αυτή έχει να κάνει ακριβώς με το οτι ο  Jekyll  δεν είναι ποτέ εντελώς απών από τον Hyde – διαφορετικά , γιατί να προσπαθεί να ξαναγίνει ο Jekyll ; Η διαίρεση τού υποκειμένου είναι επομένως αυτό που αντιστέκεται στον καπιταλιστικό λόγο.  Αυτό που ο καπιταλιστικος λόγος  δεν μπορεί να δαμάσει.  Οσο για τη λύση που θα έγκειτο  στο να γίνει  ο Hyde  αυτός που επιτάσσει , δηλαδή να  ενσαρκώνει το S1 , το κύριο σημαίνον, και οχι πια το $ , ο Jekyll . την αρνείται με φρίκη γιατί κάτι τετοιο θα σήμαινε για τον Jekyll να δεχτεί να  είναι ο Hyde o φορέας (agent) τού ευνουχισμού, πράγμα που δεν θέλει.  Θα ήταν ωστόσο ο όρος δυνατότητας μιας επιστροφής τού καπιταλιστικού λόγου στον λόγο τού κυρίου ,  με το S1  να επιστρέφει στην θέση του φορέα (agent)  και το $ στη θέση της αλήθειας.

 

Καπιταλιστικός Λόγος                                              Λόγος του Κυρίου

$                    S2                                                    S1                     S2

 

S1                    α                                                    $                         α

 

 

 

 

 

 

Με αυτή την επιστροφή το ασυνείδητο θα είχε αποκατασταθεί όσον αφορά στα δικαιώματα του , και μια ψυχανάλυση θα μπορούσε να λάβει χώρα.

Ο Jekyll  τέλος , αναλογίζεται το ενδεχόμενο ο Hyde να καταστρέψει την κατάθεση του. Παρατηρεί  επίσης ότι, αφήνοντας την πέννα , βάζει τέλος στη ζωή τού δόκτωρα Henry Jekyll . Tι είναι μια ιστορία (tale) , αν όχι η διάρκεια της ανάγνωσης της , κατά τη διάρκεια της οποίας ο (η οι ) ήρωες ζει (ζούν);  Ο Ηyde  μπορεί στη μυθοπλασία  να βγεί απο τη μυθοπλασία από την οποία γεννήθηκε , για να  εμποδίσει τον Jekyll  να ζήσει σε αυτήν την μυθοπλασία και, κατά συνέπεια , να στερήσει τον Stevenson  από το να είναι ο συγγραφέας ενός αριστουργήματος , αλλά και να στερήσει το εν λογω αριστούργημα  από τον αναγνώστη . Και ποιον αφορά ο παραπάνω υπαινιγμός αν όχι τη γυναίκα τού Stevenson    τη Fanny Osbourne , αυτήν που σε μια πρώτη φάση τον απειλησε να καταστρέψει την ανήθικη πρώτη εκδοχή της ΠΕΡΙΕΡΓΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ... Και ποιος καλύτερα από αυτήν την αγαπημένη ξαδέλφη , την Katherine de Mattos , θα μπορούσε να ενσαρκώσει την αποδέκτη της αφιέρωσης  αυτού τού πρώτου στίχου : « Κακώς πράττει όποιος λύνει τους δεσμούς που έδεσε η θεία βούληση » ;

 

Dark

(Σκοτεινή)

 

Η Αγία Ιωάννα των Σφαγείων  ολοκληρώθηκε από τον Bertolt Brecht τον Οκτώβρη τού 1931, δηλαδή ανάμεσα στη μεγάλη οικονομική , κοινωνική και οικονομική κρίση  τού 1929 και την άνοδο στην εξουσία του Αdolf Hitler το 1933.  Αν θα έπρεπε να συνοψίσουμε αυτό το θεατρικό έργο με λίγες λέξεις , θα έπρεπε να αρκεστούμε σε αυτές: ενώ στο έργο τού Schiller για την Jeanne d Arc , αυτή σώζει το βασιλιά της Γαλλίας , στο έργο τού Brecht , σώζει τον Pierpont Mauler , έναν μεγάλο κεφαλαιοκράτη. Αυτός θέλει να την αγιοποιήσει  , αλλά η Jeanne το αρνείται ,αφού, στο τέλος του εργου , καταλαβαίνει πως το ότι έσωσε τον Pierpont Mauler ήταν σφάλμα .

    To έργο χωρίζεται όχι σε πράξεις και σκηνές μα σε δεκατρία μέρη , ασύμμετρα, εξαιρετικά ασύμμετρα, αριθμημένα με ρωμαϊκούς αριθμούς. Αυτά τα μέρη είναι , όχι όλα , κάποια από αυτά, υποδιαιρεμένα με αραβικούς αριθμούς.  Τα δέκα πρώτα έχουν έναν τίτλο που αναγγέλλει και συνοψίζει τη δράση. Τα μέρη ΧΙ και ΧΙΙ προαναγγέλλονται απλά με μία ένδειξη για τον τόπο όπου διεξάγονται  Το τελευταίο μέρος έχει και πάλι έναν τίτλο , αλλά, εν αντιθέσει με τα δέκα πρώτα μέρη , ειναι γραμμένος με κεφαλαία.

  Αυτό το μέρος ΧΙΙΙ αναγγέλλει τη λ ύ σ η *72στμ : Θάνατος και αγιοποίηση της αγίας Ιωάννας των σφαγείων. Για να διαβάσουμε αυτό το έργο, είναι ουσιώδες να ακολουθήσουμε  την εκτύλιξη των γεγονότων  την οποία σαφώς  μπορούμε να αποκαλέσουμε ,  δίχως διόλου να κάνουμε κατάχρηση τού όρου, δ ι α λ ε κ τ ι κ ή.  Οσο με αφορά , ευχαρίστως θα μετατόπιζα την ηρωϊκή μορφή από την Jeanne Dark  στον Pierpont Mauler. Γιατί θα πρέπει στ αλήθεια νάταν κάποιος για να προκαλέσει έναν τέτοιον έρωτα , μια τέτοια αφοσίωση και μια τέτοια , μέχρι ευπιστίας , εμπιστοσύνη  σε μια νέα γυναίκα με τόση λαχτάρα για το καλό όσο η Jeanne Dark !  Ο Pierpont Mauler είναι ο βασιλιάς τού κρέατος , βασίλειο του ,το Σικάγο. Αν προέκρινα τον όρο της διαλεκτικής , είναι γιατί στο -εφαρμοζόμενο στον Μauler- σχήμα θέση-αντίθεση-σύνθεση , έγκειται η αρχιτεκτονική τού δράματος : ο Μauler κακός και απατεώνας  –o Μauler γενναιόδωρος και ειλικρινής –ο Μauler κακός γενναιόδωρος και ειλικρινής απατεώνας. Το βλέπουμε , σε τελευταία ανάλυση το αίνιγμα τού έργου είναι η σύνθεση : πώς μπορούμε να είμαστε ταυτόχρονα....;   Το πρόσωπο τής Ιωάννας   είναι προφανώς πιο εύκολο να  το συλλάβει κανείς. Σε αντίθεση  με μιάν άλλη μεγάλη ηρωϊδα τού Μπρέχτ, την Πελαγία Bλάσσοβα , τη Μάνα, η Ιωάννα  δεν φτάνει , παρά μόνο στο τέλος και με τρόπο αναποφάνσιμο , στην ταξική συνείδηση. Δεν είναι μια επαναστάτρια. Ομως η γενναιοδωρία της και η καλωσύνη της δεν αμφισβητούνται ποτέ. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι η Ιωάννα είναι ένα πρόσωπο περισσότερο σύμμορφο με την ψυχολογία τού μεγάλου κλασικού γερμανικού θεάτρου (Σίλλερ ξανά, Γκαίτε) , αν, κατά τη σχέση που  διατηρεί με τον Mάουλερ , δεν ήταν γι αυτόν ό,τι είναι  ο Hyde για τον Jekyll , με την εξής μικρή διαφορά,  ότι η Ιωάννα δεν είναι για τον Μάουλερ   το κακό , μα το αμιγές  , το αγνό, καλό ,  αυτό από το οποίο πρέπει κανείς να απαλλαγεί  και να το ξεφορτώσει στον άλλον ώστε, όπως ακριβώς και ο Jekyll, να γλυτώσει από την υποκειμενική του διαίρεση.  Δεν υπάρχει καμμιά αμφιβολία , η Ιωάννα είναι το άλλοθι  (με την ετυμολογική έννοια «άλλωστε» ) χάρη στο οποίο ο Μάουλερ μπορεί να αναλάβει  απρόσκοπτα και <ελαφριά τη καρδία> το σύνθετο του είναι : κακός –γενναιόδωρος και απατεώνας-ειλικρινής . Εχουμε λοιπόν ένα παιχνίδι  όπου, ξανά, υπάρχει από τη μια ένα όν αμιγές, αγνό,  αφιερωμένο στο καλό  και  από την άλλη ένα όν σύνθετο,  μεικτό,  καλό και κακό ανάκατα. Βέβαια ο Μάουλερ δεν βασανίζεται όπως ο Jekyll, και αν,τελικά <αυτοκτονεί> την Ιωάννα , ο ίδιος τη βγάζει καθαρή . Από μια ορισμένη άποψη , έχει την πιστοποίηση τού καπιταλιστικού λόγου που του επιτρέπει να φτάσει σε αυτό το τέλος , που είναι και το τέλος τού έργου. Πιο πολύπλοκη, όχι όμως λιγότερο διδακτική , είναι η περίπτωση της Ιωάννας : αυτό που συνιστά την τύφλωση της Ιωάννας και την προδοσία της  απέναντι στην εργατική τάξη που πίστευε ότι υπερασπιζόταν, είναι ότι καταλήγει να ενσαρκώνει το καλό δίχως καμμιά γνώση του κακού. Αυτό είναι άλλωστε ό,τι  αξίζει περισσότερο ως ηθικό δίδαγμα τού Μπρέχτ : η άγνοια του κακού είναι η μητέρα όλων τών κακών, όλων των δεινών. Αν , ωστόσο, επιφανειακά το ηθικό δίδαγμα μπορεί να αρθρωθεί σχετικά εύκολα  δεν ισχύει το ίδιο για τον πρακτικό λόγο . Η ιδιοφυία τού Μπρέχτ έγκειται στο ότι προσθέτει τη διάσταση της οποίας η απόσταση από την προσωπολογική διάσταση , που είναι αυτη τού Μάουλερ η της Iωάννας  ,  αναδεικνύει  ακριβως το διακύβευμα τού πρακτικου λόγου . Αυτή η διάσταση , είναι η καμπύλη , η πληθωριστική καμπύλη του χρηματιστηρίου , στο βαθμό διέπει άμεσα τις αποφάσεις τού Μάουλερ για τον ίδι πάντα στόχο και σκοπό: την αξιοποίηση και τον πολλαπλασιασμό τού κεφαλάιου του . Εδω έχουμε μια αξιοσημείωτη δισυμετρία : οι πράξεις τού Μάουλερ  καθορίζονται από έναν οικονομικό αλγόριθμο που καμμια σχέση δεν έχει με την ψυχή του , ενώ οι πράξεις της Ιωάννας καθορίζονται από το κούφιο όνειρο ότι η καλωσύνη της μπορεί να αποδείξει στους άπιστους ότι το κακό δεν υπάρχει. Αλλά ας μην μείνουμε εδώ γιατί θα ήταν άκομψο να περιορίσουμε το δράμα σε ένα τετ α τετ . Υπάρχουν οι άλλοι καπιταλιστές, υπάρχουν οι εργάτες , υπάρχουν τα <μαύρα καπέλλα> , οι στρατιώτες του Στρατού της Σωτηρίας.  Θα ήταν εντελώς άκομψο επίσης να τους αντιμετωπίσουμε  μαζικά,  εν μπλοκ. Εχουν τις ατομικότητες τους , και η ποικιλία αυτων των ατομικοτήτων έχει και αυτή το ενδιαφέρον της κατα την εκτύλιξη τού έργου. Το ζήτημα είναι πράγματι να μάθουμε άν η λειτουργία τού καπιταλιστικού λόγου (discours capitaliste),  ως εγκατάσταση τής κυριαρχίας τού καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής  και των παραγωγικών σχέσεων που επιβάλλει , είναι τέτοια ώστε η ανθρώπινη δράση  να ανάγεται  στους αυτοματισμούς ένός συμφωνα με άκαμπτους νόμους αυτοτροφοδοτούμενου  προγραμματισμού – και  σε αυτήν την περίπτωση, αφού  η απόσταση ανάμεσα στις δυό διαστάσεις  έχει καταργηθεί , το  διακύβευμα του πρακτικού λόγου εξαφανίζεται -   ή  αν ο α η β ανθρωπος , όποια και αν είναι η κοινωνική συγκυρία που τον διέπει , μπορεί να « νοιώσει το άγγιγμα της ανάσας ενός άλλου  κόσμου » , όπως υπαινίσσεται , κοροϊδευτικά μα ειλικρινά , ο Μπέρτολτ Μπρέχτ (τίτλος τού τρίτου μέρους).

  Επέλεξα τον όρο  πρακτικός λόγος  και όχι τον όρο ηθική , επέλεξα η μάλλον προέκρινα τον Κάντ και όχι τον Σπινόζα.  Είναι αλήθεια ότι ο Καντ , εκφέροντας την έννοια της  κ α τ η γ ο ρ ι κ ή ς  προσταγής , αφαιρώντας το “υπό όρους» της ενδεχομενικότητας ,  προκαταλαμβάνει ίσως την εποχή όπου η γενίκευση τού καπιταλιστικoύ κυνηγιού και η ήδη παλαιά εξασθένηση της θρησκευτικής επάρκειας , προδιαγράφουν όχι τόσο μια γη δίχως πίστη και δίχως νόμο  όσο μια σύνδεση τού νόμου και της πίστης στο κεφάλαιο μ εναν τρόπο ικανό να φέρνει σε αμηχανία ακόμα και τους πιστούς τού λαπλασιανού ντετερμινισμού . Και για να αναφέρουμε ένα παράδειγμα, ο αγώνας για την μείωση τού ωράριου εργασίας  και για τον περιορισμό της παιδικής εργασίας , που έχει θαυμάσια περιγράψει ο Μαρξ  στο πρώτο βιβλίο τού ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ,  καταλήγει νικηφόρος εξ αιτίας των εργατικών αγώνων ή γιατί οι πολιτικοί εκπρόσωποι της καπιταλιστικής τάξης πήραν τα μέτρα τους απέναντι σε μια ενδεχόμενη απειλή μιας υπερβολικά γρήγορης καταστροφής τών παραγωγικών δυνάμεων; Θα απαντήσουμε  κ α ι  , φυσικά , ή μάλλον & , με το συμπλεκτικό σύμβολο εδώ να σηματοδοτεί αυτού τού είδους τη συγκρουσιακή συνεργασία  των τάξεων  ως όρο δυνατότητας τών προόδων του πολιτισμού.  Πώς όμως να ικανοποιηθεί κανείς από μια λύση τυπικά ρητορική;

Ενα από τα προβληματικά σημεία  είναι ότι όχι μόνο τα άτομα που ανήκουν στην καπιταλιστική τάξη δεν δρούν με  μια συλλογική λογική αλλά  αντίθετα  δρούν υπό τον όρο ρητής απουσίας κάθε συλλογικής λογικής από τους υπολογισμούς τους . Οταν λέω συλλογική λογική εννοώ την κατανόηση  και τον συνυπολογισμό ότι και ο άλλος είναι ένα υποκείμενο , και, γιατί συνήθως το ξεχνάμε , και αυτό , το ότι το ξεχνάμε  ακυρώνει αναδρομικά την πρώτη πρόταση , ότι και ο άλλος είναι ένα άλλο υποκείμενο , ένας ανόμοιος και οχι ένας παρόμοιος.  Θα πρέπει λοιπόν , όπως ιστορικά κάποιοι πειραματίστηκαν , να κατασκευάσουμε έναν «νέο» άνθρωπο , όποιο και αν είναι το νόημα που δίδουμε σε αυτή τη λέξη , αφανίζοντας , με φυσική εξόντωση , τους παλαιους ανθρώπους ;  Αραγε αυτό δεν θα σήμαινε , πέρα από ο,τιδήποτε άλλο, ότι προσδίδουμε  μια φετιχιστική πίστη  στον ντετερμινισμό της γενεολογίας  filiation , ενώ θα μπορούσαμε να περιμένουμε , δίχως ανυπομονησία, να κάνει ο θάνατος το φυσικό του εργο , μια και δεν πιστευουμε ότι η χάρις μπορεί να αγγίξει έναν καπιταλιστή; 

  Και νομίζω  ότι  έχει ενδιαφέρον να σημειώσουμε εδώ αυτήν την αλληλεγγύη τού ντετερμινισμού τού ανήκειν σε μια τάξη με τον ντετερμινισμό της γενεαλογίας  που, και οι δυο , ανταγωνίζονται στο να καταστήσουν αδιανόητη μια συλλογική λογική  ανάγοντας τον πρακτικό λόγο σε έναν λόγο που δικαιολογεί  δικαιώνει και νομιμοποιεί την πρακτική , όποια και αν είναι αυτή .

Γι αυτό ο Μπρέχτ  ενδιαφέρεται αποκλειστικά και μόνο να αναδείξει τα συμπτώματα που προκαλεί η απόρριψη τού πρακτικού λόγου η μάλλον τα συμπτώματα που προκαλούν την αποτυχία της απόρριψης τού πρακτικού λόγου   και που είναι τα μόνα που μπορούν  να μπολιάσουν τη διπλή διαλεκτική τού χρηματιστηρίου και της λίμπιντο, με την μη αναγωγιμότητα που επιτρέπει στην ιστορία να μην είναι μια ιστορία σάρκας εν ειδει ανθρώπινου πατέ .

Aς συνεχίσουμε λοιπόν με το κοσκίνισμα  τών συμπτωμάτων.

 

 

 

Πρώτο γράμμα

 

  O Βασιλιάς τού Κρέατος , Πιερποντ Μάουλερ, λαμβάνει ένα γράμμα από τους φίλους του στη Νεα Υόρκη. Τόπος : Σικάγο, σφαγεία.

Ο Μπρέχτ, ως S1, ως  o διαμορφωτής της μυθοπλασίας , έχει σαφώς μια κλίση προτίμησης στην Ιωάννα , πράγμα που φανερώνει πόσο κοντά στον  Μάουλερ βρίσκεται , που και αυτός, συγκινείται από την Ιωάννα με μια συγκίνηση γνήσια έστω και αν αυτή η συγκίνηση είναι επίσης το μέσον για την εργαλειοποίηση της Ιωάννας. Ο Μάουλερ λοιπόν , στην αρχή τού δράματος , λαμβάνει ένα γράμμα από τους φίλους του στη Νέα Υόρκη. Μαθαίνει πως η αγορά κρέατος  είναι σε φθίνουσα πορεία και πως πρέπει να πουλήσει τις μετοχές που έχει στα σφαγεία του Σικάγου. Αυτό το γράμμα το κρύβει. Κατά συνέπεια μπορούμε να πούμε ότι κατέχει μια γνώση κρυφή , S2  στο σχήμα του Καπιταλιστικού Λόγου.  Οσο για το α , δεν έχουμε να κάνουμε με faux-semblant : έχουμε να κάνουμε με το χρήμα, πρόκειται αποκλειστικά για χρήμα , για το χρήμα ως αυτό που μπορεί να γεννήσει χρήμα. Το ότι κρύβει αυτό το γράμμα από τον συνεργάτη του τον Kρίντλ, δεν σημαίνει ότι το κάνει επί τούτου για να τον εξαπατήσει. Eνας πιο άκαμπτος συμπεριφορισμός από αυτόν των ψυχολόγων εδώ θα μπορούσε να βοηθήσει : για έναν έξωθεν παρατηρητή , συμπεριφοριστικά τίποτα σε αυτήν την κίνηση  απόκρυψης τού γράμματος δεν επιτρέπει να συνάγουμε το οτιδήποτε  « όσον αφορά στις εσωτερικές του ψυχικές διεργασίες.»  Ισως αγνοεί τι κάνει το χέρι του (η διδασκαλία δεν μας λέει ποιό). Oπως και νάχει , όλοι οι μέτοχοι της αγοράς κρέατος , κατασκευαστές , έμποροι, εκτροφείς, καταστρέφονται γιατί η κρίση τής πλεονασματικής παραγωγής και η κάμψη  τής αγοραστικής δύναμης  τών απολυμένων εργατών  έχει σαν αποτέλεσμα να μην πουλούν πια οι εκτροφείς  αφού ο Μάουλερ δεν αγοράζει πια ζώα για τα σφαγεία του .

Tι γίνεται με την Ιωάννα ; Είναι στρατολογημένη στην οργάνωση τών «μαύρων  καπέλων» και στην αρχή υποστηρίζει ιδιαίτερα κομφορμιστικές και παρηγορητικές απόψεις  σχετικά με την θεία απόλαυση και τις ψευδείς γήϊνες απολαύσεις – από τις οποίες  και έχουν αλλοτρωθεί οι  εργάτες. Ωστοσο διαφοροποιείται με δύο τρόπους : από τη μια, παρά τις προειδοποιήσεις των ανωτέρων ή των συναδέλφων της, θέλει να ξέρει , θέλει να μάθει γιατί οι εργάτες δεν έχουν πια δουλειά. Από την άλλη αναγνωρίζει τον Μαουλερ. Αυτό είναι κάτι το ανεξήγητο,  το ότι λέει πως ειναι σε θέση να αναγνωρίζει τον Μάουλερ και πράγματι να τον αναγνωρίζει όταν τον βλέπει σε μια ομαδα παρόλο που εκείνος το αρνείται.  Εδώ υπάρχει κάτι τι σαν χεγκελιανή έκλαμψη : πίσω από το αιμοσταγές προσωπείο όπου κρύβεται και παρά  την αλλαγή τής φωνής του, η Ιωάννα αναγνωρίζει στον Μάουλερ ένα ανθρώπινο όν. Πράγματι το να γίνει κανείς πράκτορας (agent)  του καπιταλισμού , που πάει να πει να  καταδικάζει το σώμα του *73στμ στην αξιοποίηση του κεφαλαίου, έχει ένα κόστος : το κόστος της αποανθρωποποίησης . Εξ αυτού τού γεγονότος  , o συναισθηματισμός τού Mάουλερ δεν είναι μόνο ένας από τους τρόπους του να εξαπατά , αλλά και  σύμπτωμα τής άρνησης του να ξεκόψει  ανεπιστρεπτί  από το ανθρώπινο γένος. Το πρόβλημα αυτής της ανάγνωσης , μόλις οξυμμένης σε σχέση με το μπρεχτικό κείμενο , δεν είναι ότι υποβάλλει , διακριτικά μια ουσιοκρατική αντίληψη για το ανθρώπινο γένος , αλλά ότι παραγνωρίζει αυτό που , σε αυτην την αδύνατον να αρθεί  αμφισημία , θα μπορούσε να διαυγασθεί περισσότερο από μια ομόλογη δομική αρχή που επαναστατικοποίησε τη φυσικη : τη κβαντική : δεν μπορούμε να υπολογίζουμε  ταυτόχρονα τη θέση  και την κίνηση γιατί υπάρχει ένα ανεξάλειπτο μη προβλέψιμο και μη εντοπίσιμο κατά την κίνηση των ατόμων . Κατά τον ίδιο τρόπο, εδώ, στο επίπεδο τού πρακτικού λόγου τίποτα δεν μπορεί να ειπωθεί για τον Μάουλερ . Ξαναβρίσκουμε την ίδια προβληματική στο GALILEO CALILEI : υποχωρεί από δειλία ή για να προφυλάξει μακροπρόθεσμα  συμφέροντα της επιστήμης παραμένοντας εν ζωη ; 

Ας προχωρήσουμε. Oταν η Ιωάννα κατεβαίνει για δεύτερη φορά στα υπόγεια  , με οδηγό τον Σλίφτ μετά από προτροπή τού Μαουλερ που σκοπός του είναι να της δείξει πόσο κακοί είναι οι φτωχοί  , (αφού δεν τα κατάφερε, μα τι λέω ούτε που του πέρασε από το μυαλό πως θα ήταν δυνατόν να την διαφθείρει με χρήμα ),  συναντά έναν νεαρό εργάτη , την Μανταμ  Luckerniddle και τον Gloomb , που και οι τρεις τους ανήκουν στην εργατική τάξη, και που, για διαφορετικούς λόγους , συμπεριφέρονται απαράδεκτα . Ας πάρουμε την περίπτωση τής Madame Luckerniddle: o σύζυγος της σκοτώθηκε σε εργατικό ατύχημα , έγινε κιμάς όπως ένα γουρούνι η ένα μοσχάρι που προορίζεται για κονσερβοποίηση. Μόνο που, όταν το μαθαίνει, δέχεται να μην πει τίποτα . Η τιμή για τη σιωπή της  είκοσι δωρεάν γεύματα. Ο Slift τότε πιστεύει  ότι απέδειξε στην Ιωάννα την ανηθικότητα τών φτωχών , η Ιωάννα όμως απαντά: «Αυτό που μου έδειξες /Δεν είναι η ανηθικότητα/τών φτωχών, είναι η φτώχεια τους. »  Μόνο που , αυτόν το διάσημο αφορισμό θα μπορούσαμε να τον διαβάσουμε, γραμμενο με αόρατο μελάνι, και για λογαριασμό τού Μάουλερ : Αυτό που μου έδειξες /δεν είναι η ανηθικότητα/των πλούσιων, είναι ο πλούτος τους.

 

ΑΡΝΗΣΗ ΑΝΑΓΩΓΗΣ ΣΤΗ ΓΝΩΣΗ

Εφεξής θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε ότι ο Μάουλερ , παρόμοια με τον Jekyll ,  προτιμώντας εν τέλει τη διαίρεση του - ακόμα και με τίμημα τον θάνατο του- παρά να παραδοθεί στο αμιγές αγνό κακό , στηρίζεται στην Jeanne Dark , στην Ιωάννα τη Σκοτεινή για να μην βρεθεί αγνός αμιγής εργαλειοποιημένος πράκτορας τού κεφαλαίου. Πρόκειται για έναν πολύ λεπτό χειρισμό  ΄η  σύγκριση  ,σε μια πρώτη προσέγγιση, μοιάζει να μη στέκει  εξ αιτίας τού γεγονότος ότι ο Jekyll  δεν θέλει τελικά να ξαναγίνει Ηyde ενώ κάτι τέτοιο δεν τίθεται με τέτοιους όρους  για τον Μάουλερ και την Ιωάννα . Ομως , αυτό  που είναι κοινό  , είναι η άρνηση της αναγωγής του στη γνώση , μια γνώση (savoir)  που ο ίδιος αγνοεί , πράγμα που διαυγάζει , εκ των υστέρων, την αντίδραση τού Jekyll : αυτό που αρνείται , δεν είναι τόσο το να μεταμορφώνεται και να έλκεται από το κακο   , γιατί όλα δείχνουν ότι ο Hyde , εάν ο Jekyll έχανε τον έλεγχο της μεταμόρφωσης , θα ξαναβρισκόταν με τη σειρά του διαιρεμένος, όπως ήταν ο  Jekyll.  Αυτό που αρνείται , είναι να είναι αμιγής γνώση , αρνείται να είναι πράκτορας του μεγάλου γλωσσικού *74στμ υπολογιστή. 

 

ΑΝΑΜΕΣΑ

   Αυτή η ανάλυση σε κάθε περίπτωση μας δείχνει ένα δρόμο ,  μια διέξοδο φροϋδική ,  για να τιμήσει τον πρακτικό λόγο δίχως να ασκήσει την κατηγορική προσταγή : η εναλλακτική δεν είναι ανάμεσα στο κακό και το καλό. Το καλό της Ιωάννας , θα το δούμε , δεν αξίζει περισσότερο από το κακό τού Μαουλερ, είναι ένα ζοφερό σκοτεινό  καλό : d a r k . To διακύβευμα είναι άλλο και το ζήτημα  βρίσκεται αλλού: ανάμεσα σε Ερωτα (Εros) και Θάνατο ( Τhanatos)  .  Νίκη του Θανάτου θα ήταν είναι η αναγωγή του Jekyll και τού Μάουλερ σε φορείς / πράκτορες της γνώσης  με συνέπεια  να βρεθούν αποκομμένοι από αυτό που κάνει  την ενόρμηση να είναι ενόρμηση, την διαπάλη και την διαπλοκή τού Ερωτα και του Θανάτου.

 

 

Το θεώρημα του Μάουλερ

 Ας εξετάσουμε τώρα το δεύτερο γράμμα, αυτό με το οποίο ο Μάουλερ,ακριβώς, βρίσκεται σαν μια πεταλούδα, καρφιτσωμένος στoν πίνακα τού χρηματιστηρίου. Προέρχεται , φυσικά , από τους ίδιους φίλους της Νέας Υόρκης  (ερώτηση: ποιος γράφει στους φίλους της Νέας Υόρκης; ) . Αυτό το γράμμα λέει: «ΑΓΟΡΑΣΤΕ» . Αυτό είχε ζητήσει και η Ιωάννα να κάνει ο Μάουλερ για να σωθούν βιοτέχνες (κατασκευαστές κονσερβών), έμποροι (αγοραστές κονσεβών), εκτροφείς  και με την ίδια κίνηση να επανατροφοδοτηθεί ο  οικονομικός τομέας τού κρέατος , πράγμα που θα επέτρεπε την επαναπρόσληψη των απολυμένων έργατών. Το γράμμα της Νέας Υόρκης χρησιμοποιεί άλλα επιχειρήματα. Οι κοινοβουλευτικοί, έχοντας διαφθαρεί , είναι έτοιμοι να καταργήσουν τα τελωνεία και τους δασμούς  και να ανοίξουν έτσι την αγορά τού νότου.  Να αγοράσουν τα αποθέματα κονσερβών είναι  μια καλή κίνηση. Τι  θα κάνει ο Μάουλερ; Στην αρχή διστάζει , μετά αποφασίζει : αγοράζει . Υπακούει  στην  έλξη που του ασκεί η Ιωάννα ή στο γράμμα;  Το αποφασιστικό σημείο είναι το ακόλουθο (απευθύνεται στον  Slift ): « E ναι! Αγοράζω κρέας είναι αλήθεια./Αλλα δεν το κάνω λόγω τού γράμματος./Είναι ψέμμα , άλλωστε, όλες αυτές είναι θεωρίες του γραφείου.».  Είναι σαφώς στη γραμμή της άρνησης του να γίνει ένα στοιχείο επεξεργασμένου υπολογισμού , άγνωστο πού και απο ποιόν, σε αυτό εναντιώνεται ο Μάουλερ, πράγμα που συνάδει με την ανάλυση μας . Mήπως όμως &omi