L' ETOURDIT
(1973, JACQUES LACAN)

 

Στα πλαίσια του σεμιναρίου μου Η ΛΑΚΑΝΙΚΗ ΧΕΙΡΟΝΟΜΙΑ ΣΗΜΕΡΑ. ΕΠΙΘΥΜΙΑ ΚΑΙ ΑΠΟΛΑΥΣΗ , και ειδικότερα της παράδοσης με τίτλο ΤΟ JE  ΩΣ ΑΠΟΚΡΙΣΗ ΣΩΜΑΤΟΣ  , παραθέτω τη μετάφραση των πρώτων σελίδων του ΕΤΟURDIT του J.Lacan καθως και σχετικό σχολιασμό .

Ας υπενθυμίσω ότι το ΕΤΟURDIT δημοσιεύτηκε το 1973 στο Νο 4 του περιοδικού SCILICET. Μπορείτε να το βρείτε στον τόμο ΑUTRES ECRITS, εκδ. SEUIL.

Εμβληματικό και προκλητικό θα ελεγα κείμενο της τροπής της λακανικής απόπειρας των αρχών της δεκαετίας του ’70.

  Την ίδια χρονια ,1972-1973 , εχουμε το σεμινάριο ΕNCORE.

Eνα χρόνο μετα την ΤROISIEME.

Eνα χρόνο πριν (1971-1972)  εχουμε τις παραδόσεις του σεμιναρίου ...ΟU PIRE (…KAΙ ΜΗ ...ΧΕΙΡΟΤΕΡΑ).

  Αν και γενικά βρίσκω το λακανικο χιούμορ κάπως  date, παλιομοδίτικο, ο αυτοσαρκασμός που διακρίνω στο ..ΟU PIRE με κανει να σκάω στα γέλια.

  Απο το ....Ou Pire/…και Μη Χειρότερα  της  ακραίας , σχεδόν απεγνωσμένης  μαθηματικοποίησης,  στην Τroisieme/Tρίτη των γουργουρισμάτων, των αγκαλιών, του πρώτου οργασμού του Μίσιμα ,  της λαλιας , της φωνής και των κόμπων. Τι δρόμος !  

Κι ακόμα δεν έχουμε δει τίποτα!

                                                                                                             Αντα Κλαμπατσέα.

 

Y.Γ. Υπενθυμίζω ότι πρόκειται φυσικά για work in progress ες αεί.     

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

L’ ETOUR DI T

mage:CrossCapSlicedOpen.PNG

 

JACQUES LACAN : L’ ETOURDI T*1

METΑΦΡΑΣΗ , ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ, ΣΧΟΛΙΑ, ΥΠΟΓΡΑΜΜΙΣΕΙΣ, ο,τι σε ΑΓΚΥΛΕΣ : ΑΝΤΑ ΚΛΑΜΠΑΤΣΕΑ

En contribuant au 50e anniversaire de l’hôpital Henri-Rousselle pour la faveur que les miens et moi y avons reçue dans un travail dont j’indiquerai ce qu’il savait faire, soit passer la présentation, je rends hommage au docteur Daumézon qui me l’a permis.

 

 Συμβάλλοντας στην 50η επέτειο του νοσοκομείου Henri-Rousselle , χάρη στην οποία οι δικοί μου και εγώ συμμετέχουμε με μιαν  εργασία κατά την οποία θα δείξω τι ήταν σε θέση να κάνει , με άλλα λόγια, και για να τελειώνουμε με την παρουσίαση , ευχαριστώ  και τιμώ τον γιατρό Daumezon που μου έδωσε αυτη τη δυνατότητα .

 

 

Ce qui suit ne préjuge, selon ma coutume, rien de l’intérêt qu’y prendra son adresse : mon dire à Sainte-Anne fut vacuole, tout comme Henri-Rousselle et, l’imagine-t-on, depuis  presque le même temps, y gardant en tout état de cause le prix de cette lettre que je dis parvenir toujours où elle doit.

 

Ο,τι ακολουθεί , σύμφωνα με τις συνήθειες μου, δεν προδικάζει τίποτα ως προς το ενδιαφέρον που θα έχει εδώ η εν λόγω απεύθυνση : το λέγειν*2 (dire) μου στην Αγία Αννα υπήρξε πόλος διεργασιών , το ίδιο και στο Henri Rousselle και, φανταστείτε  , περίπου την ίδια εποχή  , διατηρώντας σε κάθε περίπτωση το τίμημα αυτού του γράμματος που λέω ότι φτάνει πάντα όπου πρέπει*3.

 

 

Je pars de miettes, certes pas philosophiques, puisque c’est de mon séminaire de cette année (à Paris I) qu’elles font relief.

 

Ξεκινώ απο ψιχία*5, από αποσπάσματα, όχι βέβαια φιλοσοφικά , αφού προέρχονται, αφού είναι ψίχουλα , υπολείματα από το φετινό μου σεμινάριο (στο PARIS I) , υπολείματα που το αναδεικνύουν*6.

 

 

J’y ai inscrit à deux reprises au tableau (d’une troisième à Milan où itinérant, j’en avais fait banderole pour un flash sur « le discours psychanalytique ») ces deux phrases :

 

Εκεί έγραψα στον πίνακα σε δύο περιπτώσεις  (και μια τρίτη στο Μιλάνο όπου περιόδευα) , έγραψα αυτές τις δύο φράσεις που τις έκανα λάβαρο  του ψυχαναλυτικού λόγου (discours)  :

 

 

Qu’on dise , reste oublié derrière  ce qui se dit dans ce qui s’entend.

 

Το ότι λέμε, το οτι κάποιος λέει*7απομένει*8  ξεχασμένο πίσω*9 από αυτό που λέγεται σε ό,τι ακούγεται.

 

 

Cet énoncé qui paraît d’assertion pour se produire dans une forme universelle, est de fait modal, existentiel comme tel : le subjonctif dont se module son sujet, en témoignant.

 

Αυτό το εκφερόμενο που εμφανίζεται ως  αποφαντικό στο βαθμό που παράγεται κατά μία καθολική διατύπωση,  εκ των πραγμάτων ως εκφερόμενο δεν μπορεί παρά να είναι   τροπικό, υπαρκτικό : η υποτακτική από την οποία τροποποιείται το υποκείμενο του εν λόγω εκφερόμενου, το μαρτυρά.

 

 

Si le bienvenu qui de mon auditoire me répond assez pour que le terme de séminaire ne soit pas trop indigne de ce que j’y porte de parole, ne m’avait de ces phrases détourné, j’eusse voulu de leur rapport de signification démontrer le sens qu’elles prennent du discours psychanalytique. L’opposition qu’ici j’évoque devant être plus loin accentuée.

 

Εάν ο καλοδεχούμενος  που από το ακροατήριο μου μου απαντά τόσο ώστε ο όρος σεμινάριο να δικαιολογείται και να μην είναι ανάξιος αυτού που κομίζω εδώ ως  ομιλία (parole*10 )  ,  [αν λοιπόν ο κατά τα άλλα ευπρόσδεκτος ακροατής ] δεν μου είχε αποσπάσει την προσοχή από αυτές τις φράσεις , αυτό που θα ήθελα  να κάνω θα ήταν : από τη σημασιολογική τους σχέση (rapport de signification) να καταδείξω το νόημα [αλλά και την κατεύθυνση]  (sens) που παίρνουν από τον ψυχαναλυτικό λόγο. Εννοείται ότι η αντίθεση που επικαλούμαι εδώ [σημασια/νόημα] θα πρέπει να τονισθεί περαιτέρω.

 

 

Je rappelle que c’est de la logique que ce discours touche  au réel à le rencontrer comme impossible, en quoi c’est ce discours qui la porte à sa puissance dernière : science, ai-je dit, du réel . Qu’ici me pardonnent ceux qui d’y être intéressés, ne le savent pas. Les ménagerais-je encore, qu’ils l’apprendraient bientôt des événements.

 

Υπενθυμίζω πως είναι διά τη λογικής που αυτός ο λόγος (discours) αγγίζει*11 το πραγματικό συναντώντας το ως αδύνατον*12, και ως προς αυτό ο αναλυτικός λόγος οδηγεί  τη λογική στην ύστατη δύναμη της : επιστήμη*13 , έχω πει, του πραγματικού. Εδώ ας με συγχωρέσουν αυτοί που παρότι ενδιαφερόμενοι, δεν το γνωρίζουν. Ακόμα και αν εγώ συνέχιζα να τους προφυλάσσω *14 , αργότερα η γρηγορότερα θα το μάθαιναν απο τα συμβάντα.

 

 

 

La signification, d’être grammaticale , entérine d’abord que la seconde phrase porte sur la première, à en faire son sujet sous forme d’un particulier. Elle dit : cet énoncé, puis qualifie celui-ci de l’assertif de se poser comme vrai, l’en confirmant d’être sous forme de proposition dite universelle en logique : c’est en tout cas que le dire reste oublié derrière le dit.

 

Η σημασία,  όντας γραμματικής τάξης , θέτει  κατ αρχάς  αξιωματικά ότι η δεύτερη φράση αναφέρεται στην πρώτη, καθιστώντας την [πρώτη] υποκείμενο της [δεύτερης] υπό τη μορφή ενός  μερικού. Λέει : αυτό το εκφερόμενο , στη συνέχεια το χαρακτηρίζει ως αποφαντικό αφού τίθεται ως αληθές , στο βαθμό που επικυρώνεται με τη διατύπωση της λεγόμενης  στη λογική,  καθολικής προκείμενης :  σε κάθε περίπτωση το λέγειν*15 [το οτι λέμε,το ότι κάποιος λέει ] - απομένει ξεχασμένο πίσω από το λεχθέν.

 

 

 

 

Mais d’antithèse, soit du même plan, en un second temps elle en dénonce le semblant : à l’affirmer du fait que son sujet soit modal, et à le prouver de ce qu’il se module grammaticalement comme : qu’on dise. Ce qu’elle rappelle non pas tant à la mémoire que, comme on dit : à l’existence .

 

Ομως ως αντίθεση , δηλαδή  από το ίδιο πεδίο [αλλά] σε έναν δεύτερο χρόνο η δεύτερη πρόταση εκθέτει/φανερώνει  το κατ επίφασιν*16  της [πρώτης] : διαπιστώνοντας  το , εκ του ότι το υποκείμενο της ειναι εγκλιτικό, και αποδεικνύοντας το,  εκ του ότι τροποποιείται/διαμορφώνεται γραμματικά ως  « οτι λεμε» ή  « ότι κάποιος λέει» («qu on dise» ). Κάτι που  επαναφέρει όχι τόσο στη μνήμη αλλά , όπως λένε, στην ύπαρξη.

 

La première phrase n’est donc pas de ce plan thétique de vérité que le premier temps de la seconde assure, comme d’ordinaire, au moyen de tautologies (ici deux). Ce qui est rappelé, c’est que son énonciation est moment d’existence, c’est que, située du discours, elle « ex-siste »  à la vérité.

 

Ως εκ τούτου , η πρώτη φράση , δεν είναι αυτού του θετικού πεδίου αληθείας το οποίο ο πρώτος χρόνος της δεύτερης επιβεβαιώνει , ως συνήθως,  δια μέσου ταυτολογιών (εδώ δύο).  Αυτό που επαναφέρεται /υπενθυμίζεται (est rappele)*17, είναι ότι η εκφορά της είναι στιγμή ύπαρξης , είναι ότι [παρότι] τιθέμενη από τον λόγο (discours), “εξ-ίσταται”*18 της αληθείας*19.  

 

 

 

Reconnaissons ici la voie par où advient le nécessaire : en bonne logique s’entend, celle qui ordonne ses modes de procéder d’où elle accède, soit cet impossible, modique sans doute quoique dès lors incommode, que pour qu’un dit soit vrai, encore faut-il qu’   on le dise, que dire il y en ait.

 

Αναγνωρίζουμε εδώ την οδό από όπου επισυμβαίνει το αναγκαίο*20 : εννοείται ότι δεν είναι άλλη από την  καλή λογική , τη λογική που οργανώνει τους δικούς της τρόπους  να προχωρά    δια των  οποίων  έχει πρόσβαση , σε τούτο το αδύνατον*21 , ανεπαίσθητο μεν μεγάλης διασάλευσης  ωστόσο εφεξής το  :  ότι για να είναι ένα λεχθέν αληθές, θα πρέπει, πέρα από ο,τιδηποτε άλλο , και να το λέμε /κάποιος να το λέει , θα πρέπει εδώ να έχουμε *22 , θα πρέπει να υπάρχει  ένα λέγειν (que dire il y en ait) .

 

 

 

En quoi la grammaire mesure déjà force et faiblesse des logiques qui s’en isolent, pour, de son subjonctif, les cliver, et s’indique en concentrer la puissance, de toutes les frayer.

 

Ως προς αυ&temau;ό η γραμματική μετρά ήδη τη δύναμη και την αδυναμία λογικών πού απομονώνονται, ούτως ώστε , δια της υποτακτικής της, να τις δια-σχίσει (cliver), εμφανιζόμενη ως αυτή που μπορεί να συμπυκνώσει τη δυναμική τους/τις δυνατότητες τους , και να τις διανοίξει .

 

 

 

Car, j’y reviens une fois de plus, « il n’y a pas de métalangage » tel qu’aucune des logiques, à s’intituler de la proposition, puisse s’en faire béquille (qu’à chacune reste son imbécillité), et si l’on croit le retrouver dans ma référence, plus haut, au discours, je le réfute de ce que la phrase qui a l’air là de faire objet pour la seconde, ne s’en applique pas moins significativement à celle-ci.

 

Γιατί, επανέρχομαι για μία ακόμη φορά, «δεν υπάρχει μεταγλώσσα»  τέτοια ώστε οποιαδήποτε λογική  , υπό τον τίτλο της προκείμενης , να μπορεί να την έχει για δεκανίκι (bequille) ( η κάθε λογική απομένει με την αναπηρία (imbecillite) της*23), και αν κανείς νομίσει ότι την ξαναβρίσκει [εννοεί τη μεταγλώσσα] στη δική μου αναφορά, πιο πάνω, στον λόγο (discours), τον αντικρούω λέγοντας ότι η φράση που μοιάζει εδώ να αποτελεί το αντικείμενο της δεύτερης ,  εφαρμόζεται εξίσου  και  σε αυτήν .  

 

 

Car cette seconde, qu’on la dise reste oublié derrière ce qu’elle dit. Et ceci de façon d’autant plus frappante qu’assertive, elle sans rémission au point d’être tautologique en les preuves qu’elle avance, – à dénoncer dans la première son semblant, elle pose son propre dire comme inexistant, puisqu’ en contestant celle-ci comme dit de vérité, c’est l’existence qu’elle fait répondre de son dire, ceci non pas de faire ce dire exister puisque seulement elle le dénomme, mais d’en nier la vérité – sans le dire.

 

Γιατί [ και όσον αφορά σε ] αυτήν τη δεύτερη, το ότι τη λέμε, ότι κάποιος τη λεει απομένει ξεχασμένο πίσω από αυτό που λέει. Κι αυτό με ακόμα πιο εντυπωσιακό τρόπο στο βαθμό που  είναι αποφαντικός , και μάλιστα απαρέγκλιτα μέχρι του σημείου να είναι ταυτολογική ως προς τις αποδείξεις  που προβάλλει,  - εκθέτοντας το κατ επίφασιν της πρώτης θέτει το δικό της λέγειν (dire) ως ανύπαρκτο , αφού  αμφισβητώντας την ως λεχθέν αληθείας, καθιστά την ύπαρξη εγγυτή τού λέγειν (dire) της , και αυτό όχι κάνοντας αυτό το λέγειν να υπάρχει , αφού μόνο [τό μόνο που κάνει είναι να] το κατονομάζει, αλλά από το ότι αρνείται την αλήθεια του –δίχως το λέγειν*24 .  

   

 

À étendre ce procès, naît la formule, mienne, qu’il n’y a pas d’universelle qui ne doive se contenir d’une existence qui la nie. Tel le stéréotype que tout homme soit mortel, ne s’énonce pas de nulle part. La logique qui le date, n’est que celle d’une philosophie qui feint cette nullibiquité, ce pour faire alibi à ce que je dénomme discours du maître.

 

Γενικεύοντας  αυτή τη διαδικασία, γεννιέται ο τύπος , γεννιέται η  δική μου διατύπωση ότι δεν υπάρχει καθολική που να μην διέπεται από  μια ύπαρξη που την αρνείται. Οπως συμβαίνει με το στερεότυπο  ότι όλοι οι άνθρωποι είναι θνητοί ΄ δεν εκφέρεται από πουθενά.  Η λογική του  , είναι η λογική μιας φιλοσοφίας που καμώνεται αυτήν την nullibiquite*25 , αυτό το πουθενάτιποτα/αυτήν την πανταχού απουσία,  και αυτό για να προσφέρει άλλοθι σε ό,τι ονομάζω λογο του κυρίου (discours du maitre).

 

Or ce n’est pas de ce seul discours [du maitre] , mais de la place où font tour d’autres (d’autres discours), celle que je désigne du semblant, qu’un dire prend son sens .

 

Μόνο που δεν είναι από αυτόν  τον λόγο [του κυρίου] , αλλά από τη θέση*26 γύρω από την οποία περιστρέφονται άλλοι ( άλλοι λόγοι (discours) , αυτή τη θέση που ορίζω ως θέση τού κατ επίφασιν, του ως εάν (semblant) *27,  απ όπου ένα λέγειν* 28  (dire) παίρνει το νόημα του.

 

 

Cette place n’est pas pour tous, mais elle leur ex-siste, et c’est de là que s’hommologue que tous soient mortels.

 

Aυτή η θέση δεν είναι για όλους , αλλά εξ-ίσταται αυτών , και είναι από εκεί  που ομολογείται περί των ανθρώπων*29  ότι όλοι ειναι θνητοί.

 

Ils ne peuvent que l’être tous, parce qu’à la mort on les délègue de cette place, tous il faut bien, puisque c’est là qu’on veille à la merveille du bien de tous. Et particulièrement quand ce qui y veille y fait semblant du signifiant-maître ou du savoir. D’où la ritournelle de la logique philosophique.  

 

Δεν μπορούν παρά να είναι όλοι [θνητοί] , γιατί από αυτή τη θέση είναι που αποστέλλονται προς  θάνατον  , πρέπει να είναι όλοι , γιατί είναι εκεί που επαγρυπνούν για το θαύμα τού καλού όλων. Και κυρίως όταν αυτό που σε τούτη τη θέση επαγρυπνεί , είναι το κατ επίφασιν/το ως εάν  του κυρίου σημαίνοντος (signifiant maitre) ή του ειδέναι (savoir).  Εξ ου και το τροπάρι της  φιλοσοφικής λογικής

 

 

 

 

 

Il n’y a donc pas d’universel  qui ne se réduise au possible . Même la mort, puisque c’est là la pointe dont seulement elle s’articule. Si universelle qu’on la pose, elle ne reste jamais que possible. Que la loi s’allège de s’affirmer comme formulée de nulle part, c’est-à-dire d’être sans raison, confirme encore d’où part son dire.

 

Ετσι λοιπόν δεν υπάρχει καθολικό που να μην ανάγεται στο πιθανό/δυνατόν (possible) . Ακόμα και ο θάνατος, αφού εκεί [από την εξ-ιστάμενη των “όλων” θέση ] βρίσκεται το μοναδικό σημείο άρθρωσης του.  Οσο και αν τίθεται ως καθολικός , καταλήγει  πιθανός/δυνατός . Οτι ο νόμος απομειώνεται  με το να πιστοποιείται ως διατυπούμενος από το πουθενά και από το τίποτα , δηλαδή  ως δίχως νόημα, επιβεβαιώνει ξανά από πού*30  εκκινεί το λέγειν * 31 του . [*30 απο τη θέση τού semblant , από την κενή θεση του semblant ή σωστότερα  από το κενό το οποίο και διαμορφώνει την έγκοιλη θέση του semblant ,από το έγκοιλον χάος, θα τολμούσα να πω]

 

Avant de rendre à l’analyse le mérite de cette aperception, acquittons-nous envers nos phrases à remarquer que « dans ce qui s’entend » de la première, se branche également sur l’existence du « reste oublié » que relève la seconde et sur le « ce qui se dit » qu’elle-même dénonce comme, ce reste, le couvrant.

 

 

Πριν αποδώσουμε στην ανάλυση τις τιμές  που τις αξίζουν  γι αυτήν την συναίσθηση,   ας τελειώνουμε με τις φράσεις μας παρατηρώντας ότι το “σε αυτό που ακούγεται”  της πρώτης, αγκιστρώνεται εξίσου, τόσο  στην ύπαρξη του “απομένει ξεχασμένο*”  που αναφέρει η δεύτερη όσο και  στο  “αυτό που λέγεται” που η ίδια καταγγέλει ως, αυτό που συγκαλύπτει, αυτό το οποίο απομένει.*32

 

 

 

Où je note au passage le défaut de l’essai « transformationnel » de faire logique d’un recours à une structure profonde qui serait un arbre à étages.

 

Εδώ ας αναφέρω εν παρόδω το έλλειμα της “μετασχηματιστικής” απόπειρας να ‘παραχθεί’ λογική απο μια προσφυγή σε μια  εν τω βάθει  δομή *33 που θα ήταν ενα πολυεπίπεδο δέντρο.

 

 

 

Et je reviens au sens pour rappeler la peine qu’il faut à la philosophie – la dernière à en sauver l’honneur d’être à la page dont l’analyste fait l’absence  – pour apercevoir ce qui est sa ressource, à lui, de tous les jours : que rien ne cache autant que ce qui dévoile ήθεια = Verborgenheit

 

Και επιστρέφω στο νόημα για να υπενθυμίσω τον κόπο που καταβάλλει η φιλοσοφία –ούτως ώστε να σώσει την τιμή της και να είναι στην επικαιρότητα από την οποία ο αναλυτής απουσιάζει- [τον κόπο που χρειάζεται να καταβάλλει η φιλοσοφία] για να αντιληφθεί αυτό που είναι το καθημερινό ψωμί του αναλυτή: ότι τίποτα δεν κρύβει τόσο όσο αυτό που αποκαλύπτει :  [τιποτα δεν κρύβει τόσο όσο] η αλήθεια= Verborgenheit *34

 

 

 

 

 

 

Ainsi ne renié-je pas la fraternité de ce dire, puisque je ne le répète qu’à partir d’une pratique qui, se situant d’un autre discours, le rend incontestable.

 

Ετσι λοιπόν διόλου δεν αρνούμαι  την αδελφική σχέση με αυτό το λέγειν [εννοεί εδω το φροϋδικό/ψυχαναλυτικό λέγειν] ,  αφού αλλο δεν κανω από το να το επαναλαμβάνω βασιζόμενος σε μία πρακτική η οποία, τιθέμενη από εναν άλλο λόγο (discours) *35, το καθιστά [τούτο το λέγειν ,το φροϋδικο/ψυχαναλυτικό] αδιαμφισβήτητο.

 

 

 

Pour ceux qui m’écoutent… ou pire , cet exercice n’eût fait que confirmer  la logique dont s’articulent dans l’analyse castration et Œdipe. 

 

Για αυτούς που με ακούν….και μη χειρότερα *36 , αυτή η άσκηση αλλο δεν έκανε από το να επιβεβαιώσει τη λογική δια της οποίας αρθρώνονται κατά την ανάλυση ευνουχισμός και  Οιδίπόδειο.

 

 

 

Freud nous met sur la voie de ce que l’ab-sens désigne le sexe : c’est à la gonfle de ce sens-absexe qu’une topologie se déploie où c’est le mot qui tranche. 

 

Ο Φρόϋντ μας βάζει στο δρόμο αυτού του οποίου  η απ ουσία και το μη νόημα*37 ορίζει το σεξ : με τη διόγκωση αυτού του νοήματος-δίχωςσεξ (sens-absexe)*38 μια τοπολογία εκδιπλώνεται όπου ό,τι  τέμνει και οριοθετεί  είναι η λέξη.

 

 

Partant de la locution : « ça ne va pas sans dire » , on voit que c’est le cas de beaucoup de choses, de la plupart même, y compris de la chose freudienne telle que je l’ai située d’être le dit de la vérité.

 

Ας ξεκινήσουμε από την έκφραση : “αυτό δεν γίνεται δίχως να λεχθεί”, βλέπουμε  ότι αυτό ισχύει για πολλά πράγματα , για τα περισσότερα θα έλεγα, συμπεριλαμβανομένου και του φροϋδικού πράγματος έτσι όπως το έθεσα ως  λεχθέν της αλήθειας.

 

 

N’aller pas sans…, c’est faire couple, ce qui, comme on dit, « ne va pas tout seul ».

C’est ainsi que le dit ne va pas sans dire. Mais si le dit se pose toujours en vérité, fût-ce à ne jamais dépasser un midit (comme je m’exprime), le dire ne s’y couple que d’y ex-sister , soit de n’être pas de la dit-mension  de la vérité.

 

Δεν γίνεται δίχως…δεν πάει χωρίς, σημαίνει να κανεις ζευγάρι/ταίρι , να ζευγαρώσεις, να ταιριάξεις, αυτό που, όπως λένε , “δεν γίνεται από μόνο του”. Ετσι το λεχθέν δεν πάει, δεν γίνεται χωρίς το λέγειν. Αν όμως το λεχθέν  τίθεται πάντα ως αλήθεια, που σημαίνει οτι δ&epsxi;ilepsilon;ί on;ν θα πάει ποτέ πέρα από ένα (κατά την έκφραση μου) μισο-λεχθέν,μισο-ειπωμένο, το λέγειν δεν ζευγαρώνει μαζι του παρά εξιστάμενο αυτού, δηλαδή με το να μην είναι της λεκτικοδιάστασης *39 (dit-mension) της αλήθειας.

 

 

 

 

Il est facile de rendre cela sensible dans le discours de la mathématique où constamment le dit se renouvelle de prendre sujet d’un dire plutôt que d’aucune réalité, quitte,   ce dire, à le sommer de la suite proprement logique qu’il implique comme dit.  

 

Είναι εύκολο να το κάνεις αυτό αντιληπτό στον μαθηματικό λόγο ( discours mathematique) όπου το λεχθέν ανανεώνεται σταθερά θεματοποιούμενο μάλλον από ένα λέγειν παρά από κάποια πραγματικότητα, με τη διαφορά,  αυτό το λέγειν να επιβάλλεται από την καθαρά λογική ακολουθία που προϋποθέτει και συνεπάγεται ως λεχθέν.

 

 

Pas besoin du dire de Cantor pour toucher cela. Ça commence à Euclide.

Si j’ai recouru cette année au premier, soit à la théorie des ensembles, c’est pour y rapporter la merveilleuse efflorescence qui, d’isoler dans la logique l’incomplet de l’inconsistant , l’indémontrable du réfutable, voire d’y adjoindre l’indécidable de ne pas arriver à s’exclure de la démontrabilité, nous met assez au pied du mur de l’impossible pour que s’évince le « ce n’est pas ça », qui est le vagissement    de l’appel au réel.

 

Δέν χρειαζόμαστε το λέγειν του Cantor για να το αγγίξουμε αυτό. Αυτό αρχίζει με τον Ευκλείδη.  Αν ανέτρεξα φέτος στον πρώτο , δηλαδή στη θεωρία των συνόλων, τό έκανα για να σας γνωρίσω την θαυμαστή δυναμική  που  απομονώνοντας στη λογική το μη πλήρες από το  ασυνεπές,  το αναπόδεικτο από το ανασκευάσιμο , δηλαδή προσθέτοντας στη λογική τη δυνατότητα τού να μην αποκλείεται το  αναποφάνσιμο από την αποδεικτική διαδικασία,  μας κολλάει στον τοίχο του αδυνάτου,   τόσο , όσο  να παραμερίσει  το « αυτό δεν είναι αυτό » , που δεν είναι άλλο από  το λυγμικό κάλεσμα του πραγματικού .

 

 

 ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ/ΣΧΟΛΙΑ :

  • 1 ETOURDI T:  Μιμούμενη (πως αλλιώς άλλωστε ) πειράζω τη γλώσσα –την ήδη πειραγμένη -τη Λακανική, και γράφω τον όρο τού λακανικού jargon «etourdit » , απομακρύνοντας το τελικό t από την υπόλοιπη λέξη ώστε να αναδειχθεί ότι πρόκειται για εκ των υστέρων προσθήκη προορισμένη να κάνει το λεκτικό μόρφωμα να μετωρίζεται (να στροβιλίζεται παραζαλισμένο απο την επανάληψη των λεγομένων και εμβρόντητο από τη συνάντηση με το σώμαανάμεσα στη  ζάλη του στροβίλου και την εμβροντησία της συνάντησης με το πραγματικό ,  ένα ανάμεσα , ένα ούτε ρήμα ούτε επίθετο , αλλά λακανική κατηγορία προσφεύγουσα ,για να αποδοθεί, σε σχήμα τοπολογικό που καταργεί καθολικες κατηγορίες όπως μέσα /έξω, εσωτερικό η εξωτερικό.   
  •   ETOURDIT: παραπέμπει τόσο στο στριφογυρίζω και στροβιλίζομαι ( etourdir/etourdit/ τρίτο πρόσωπο) και στο  γύρος, στροφή (tour)  που λέει (dit=3o πρόσωπο του dire. E tour dit = και ο γύρος/στροφή λέει . Η ο ειπωμένος γύρος ,ο γυρος των λεγόμενων. Dit=μετοχή τού dire.  
  • Λέει,ξανα και ξανά κατά την προσπάθεια να βάλει το πραγματικό στη γλώσσα αλλά το πραγματικό διεμβολίζει την αλυσσίδα των σημαινόντων ,τραυματίζει τον Αλλον. Το ποθητπ σημαίνον δεν υπάρχει. Στη θέση του κενό.  
  • Παραθέτω το διαφωτιστικό σχόλιο της Suzy Roizin από το 11ο πρελούδιο της με τίτλο Η ΜΗ ΟΛΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΑΝΑΛΥΤΗ ,το οποίο έχω μεταφράσει , υπομνηματίσει και μπορει κανείς να το βρει στο Ιντερνετ/Google. 

 “…. Στο γράφημα της επιθυμίας , αυτός ο αναδρομικός λογικός χρόνος  καταδεικνύει ότι το υποκείμενο είναι το αποτέλεσμα μιας πολύπλοκης διαδρομής  που εκφράζει τη συνάντηση του ζώντος [έμβιου] με το συμβολικό .  Αυτή η κίνηση  αναπαράγεται σε μιαν ανάλυση κάθε φορά που , καθώς οι επαναλαμβανόμενες στροφές , καθώς oι επαναλαμβανόμενοι γύροι των λεχθέντων ξετυλίγονται ξανά και ξανά (É-tour-dit) παράγεται ένα επιτέλεσμα υποκειμένου .  Η χρονικότητα δεν είναι αυτή της τρέχουσας αντίληψης [sens commun]  και η  κίνηση [mouvement]  προχωρά στην αντίθετη της διαίσθησης  κατεύθυνση [sens] .”  Ρηματικοί χρόνοι, μαθηματικά, λογική ,τοπολογία. Ο Λακάν άντλησε από διάφορες πηγές για να αποδώσει,  αυτό που , απο πρώτη άποψη, μοιάζει μια αδύνατη συνάντηση…

 

. “ Η μη-όλη [φαλλική]  απάντηση του αναλυτή αφήνει έναν χώρο εξωτερικό εκείνου  που δένεται και μεστώνει  μέσα  σε αυτόν τον  ενικό κοινωνικό  δεσμό  [όντας ταυτόχρονα <εντός> αυτού—αυτού του μοεμπιανού συνεχούς που μετασχηματίζεται θα έλεγα σε μπουκάλι του Κlein]  Ετσι,  έχουμε  να εξ-ίστανται/αφίστανται  [της φαλλικης σημασίας και επομενως να  ex-sister] του κενού συνόλου [και επομένως να <είναι>] , το υπερπεπερασμένο του Καντόρ, η μη πληρότητα του Godel , το παράδοξο στοιχείο τού Russel κλπ, όλα αυτά  που είναι τα διάφορα μέσα που χρησιμοποιεί ο Λακάν για να παραστήσει/αποδώσει ένα πλαισιωμένο κενό/ενα κενό με χείλος (vide borde), τον τόπο του αντικειμένου, την ενόρμηση και την απόλαυση [ολα αυτά για να αποδοθει ό,τι είναι και δεν εκπροσωπείται απο την δομημένη αλυσσιδα των σημαινόντων/langage αλλά την διεμβολίζει. Να αποδώσει το τετραδιάστατο σε τρισδιάστατο και αλλίμονο εν τέλει σε δύο. Γι αυτό ,προς αποφυγη του δύο, ο Λακάν μας καλεί να κανουμε με τα χέρια μας τους κόμπους.]

 Δεν πρόκειται για  ενα απεριόριστο άπειρο (infini)  [αλλά για υπερπεπερασμένο/ transfini βλ .Καντόρ ] γιατί η τρύπα [άπειρο] που διαγράφεται  σε κάθε γύρο της αλυσσίδας των λεχθέντων συναντάται με τον τόπο της έλλειψης [το–σημαινοποιημένο-σώμα/πεπερασμένο η μάλλον υπερ/δια/πεπερασμενο/ transfini], τόπου έλλειψης πιστά διατηρημένου απο τον αναλυτή  [συναντάται με τον τόπο όπου κάτι λείπει, τη θέση του α που διατηρείται πιστά απο το  semblant  του α, τον αναλυτή/από τον αναλυτη ο οποίος δηλώνει ότι πρόκειται για θεση του semblant ] , ο οποίος [ τόπος της έλλειψης/το σώμα ως σχάσεις /ανοίγματα /τρύπες του σώματος, τόποι διαμόρφωσης του χείλους , τόποι διασάλευσης τoυ <έξω> και του <μέσα>, το σώμα νοούμενο ως συνάντηση/τομή πραγματικού και σημαίνοντος ] και επιτρέπει την εμπειρία του πραγματικού στην ανάλυση [εξ ου ,σκέφτομαι, και εχουμε διασαλεύσεις σωματικές ].









[....]Σας προτείνω να μπείτε στο διαδίκτυο και να ψάξετε 
να βρείτε κάποιον ιστότοπο  για να δείτε τρισδιάστατα 
και σε κίνηση την τοπολογία και το μπουκάλι του Klein  
που «μας δείχνει» τους γύρους, τις στροφές του λεχθέντος  
καθώς καλύπτουν αλλά και ταυτόχρονα  αποκαθιστούν ενα κενό,
 δίχως κανένα όριο ανάμεσα σε εσωτερικό και εξωτερικό» . 
[ακυρώνοντας εσωτερικό και εξωτερικό]

 


http://www.anfrix.com/2007/01/una-botella-sin-interior-ni-exterior/









<http://www.anfrix.com/2007/01/una-botella-sin-interior-ni-exterior/> 
  Παρατηρείστε ότι σε όποιο σημείο και αν είστε 
στο μπουκάλι του Κλαϊν είστε ταυτόχρονα <εσωτερικά> 
μιας <επιφανείας> ,ενος <χωρου> και <εξωτερικα> μιας 
<επιφανείας> η <χώρου>. Φυσικα οι συμβατικές/τρέχουσες 
έννοιες ακυρώνονται και επομένως οι αντίστοιχοι όροι 
θα πρέπει να μπουν σε εισαγωγικά (...και, αντλώντας 
απο διάφορες πηγές οπως το διατυπώνει και η Suzy Roizin , 
νέα σημαίνοντα να επινοηθουν ... ) “Ρηματικοί χρόνοι, 
μαθηματικά, λογική ,τοπολογία..  Ο Λακάν χρησιμοποίησε 
διάφορες πηγές για να αποδώσει,  αυτό που , απο πρώτη άποψη,
 μοιάζει μια αδύνατη συνάντηση :  πώς ο αναλυτής μπορεί 
να απαντήσει σε  ένα υποκείμενο που δεν είναι άλλο 
παρά “επίπτωση” , που δεν ειναι o φορέας ή ο δράστης [agent]
  μιας ρηματοποίησης αλ&lambdrho;a;&almu;pha; μά&lambtau;da;λον η συνεπαγωγή της ;”








 








Κυκλοφορείστε με τον κέρσορα σας η με το μολύβι σας μεσα στον <μικροκοσμο> του μπουκαλιου.  Το <ολον/σύνολον> ειναι κλειστό, πεπερασμένο  και ταυτόχρονα δεν <τελειώνει> δεν σταματά ποτέ, ειναι δίχως πέρας , άπειρο.  ( βλέπε και Υπερπεπερασμένο/transfini του Καντορ). . 

 Το υποκείμενο ως επιτέλεσμα αενάων στροβιλισμών τι άλλο από … etourdit . Etourdit ένας άλλος όρος για το ομιλόν/parletre, για το υποκείμενο  που σε αυτή τη φάση της λακανικής προσέγγισης αποδίδεται ως τοπολογικό etourdit  , ως τοπολογική ατοπία και γλωσσικό ατόπημα , δίχως μέσα η έξω , τοπολογικό συνεχές , που ο όρος διχασμένο η διαιρεμένο ως παραπέμπων σε δυϊσμό δεν αρκεί πια. Ετσι μοιάζει τουλάχιστον. Η μεταφορά δεν αρκεί πια. Τώρα μπορεί  να καταδειχθεί  ως ασύλληπτο , αένεα διαφεύγον  continuum.  

 

 

Διαβάστε ακόμη: Άρθρα , Μεταφράσεις , Βιβλία & Περιοδικά 
Έκδοση του Συλλόγου

PIERRE BRUNO - UNE PSYCHANALYSE: DU REBUS AU REBUT

Nancy Barwell, Pierre Bruno, Veroniqué Sidoit - Le Savoir Du Psychanalyste

MARIE-JEAN SAURET - MALAISE DAN LE CAPITALISME

PSYCHANALYSE 28 - LACAN ET WITTGENSTEIN

PIERRE BRUNO - Lacan Passeur de Marx - L' invention du symptôme

PIERRE BRUNO - LA PASSE

ISABELLE MORIN - La Phobie, Le Vivant, Le Féminin

Sidi Askofaré - D'un discours l'Autre

Θάνος Λίποβατς - Η απατηλή σαγήνη και η διαβρωτική βία του κακού

Για να λαμβάνετε ενημέρωση σχετικά με τις δραστηριότητες του Συλλόγου μας, συμπλρηρώστε το e-mail σας.