ΟΙ ΑΜΥΝΤΙΚΕΣ ΝΕΥΡΟΨΥΧΩΣΕΙΣ (1894)
(2013, Sigmund FREUD)

Οι αμυντικές νευρoψυχώσεις

(1894)

Απόπειρα μιας ψυχολογικής θεωρίας της επίκτητης υστερίας, πολλών φοβιών και ψυχαναγκαστικών ιδεών και ορισμένων ψευδαισθησιακών ψυχώσεων

 

σχέδιο μετάφρασης του Γεράσιμου Ιωαννίδη,

στο πλαίσιο καρτέλ με θέμα «Σύντομα Κείμενα του Φρόυντ»

 

Κατά την ενδελεχή μελέτη πολλών νευρωσικών με φοβίες και ψυχαναγκαστικές ιδέες  κατέληξα σε μια δοκιμαστική εξήγηση των συμπτωμάτων αυτών, η οποία στη συνέχεια μου επέτρεψε να ανακαλύψω με επιτυχία την προέλευση τέτοιων νοσηρών ιδεών και σε άλλες, νέες περιπτώσεις και επομένως θεωρώ ότι αξίζει να ανακοινωθεί και να εξεταστεί περαιτέρω. Ταυτόχρονα με αυτήν την «ψυχολογική θεωρία των φοβιών και ψυχαναγκαστικών ιδεών» προέκυψε από την παρατήρηση των ασθενών μια συμβολή στη θεωρία της υστερίας ή καλύτερα μια τροποποίηση αυτής, η οποία φαίνεται να λαμβάνει υπόψη της ένα σημαντικό χαρακτηριστικό, κοινό στην υστερία και στις προαναφερθείσες νευρώσεις. Πέραν τούτου είχα την ευκαιρία να αποκτήσω πρόσβαση στον ψυχολογικό μηχανισμό μιας μορφής αδιαμφισβήτητης ψυχικής ασθένειας και ανακάλυψα ότι η προτεινόμενη από εμένα θεώρηση επιτρέπει μια εύλογη σύνδεση ανάμεσα στις ψυχώσεις αυτές και τις δύο προαναφερθείσες νευρώσεις. Στο τέλος ετούτης της πραγματείας θα παρουσιάσω μια βοηθητική υπόθεση, την οποία χρησιμοποίησα και στις τρεις αυτές περιπτώσεις.

 

Ι

 

Ξεκινώ με την τροποποίηση στη θεωρία της υστερικής νεύρωσης που μου φαίνεται απαραίτητη:

Το γεγονός ότι το πλέγμα συμπτωμάτων της υστερίας, στο βαθμό που μέχρι σήμερα είναι εφικτή η κατανόησή του, δικαιολογεί την υπόθεση ενός διχασμού της συνείδησης με σχηματισμό χωριστών ψυχικών ομάδων, είναι κάτι που μετά τις ωραίες εργασίες των P. Janet, J. Breuer κ.λπ. πρέπει να χαίρει ήδη γενικής αναγνώρισης. Λιγότερο ξεκάθαρες είναι οι απόψεις σχετικά με την προέλευση αυτού του διχασμού της συνείδησης καθώς και το ρόλο που παίζει αυτό το χαρακτηριστικό στη δομή της υστερικής νεύρωσης.

 

Σύμφωνα με τη διδασκαλία του Janet[1], ο διχασμός της συνείδησης είναι ένα πρωτογενές χαρακτηριστικό της υστερικής αλλαγής. Βασίζεται σε μια επίκτητη αδυναμία της ικανότητας για ψυχική σύνθεση, σε μια στενότητα του «πεδίου της συνείδησης» (champ de conscience”) που μαρτυρεί τον εκφυλισμό των υστερικών ατόμων.

 

Στον αντίποδα της θεώρησης του Janet, η οποία κατά τη γνώμη μου επιτρέπει τις περισσότερες ενστάσεις, βρίσκεται εκείνη που εκπροσωπούμε εγώ και ο J. Breuer στην κοινή μας ανακοίνωση[2]. Σύμφωνα με τον Breuer «βάση και συνθήκη» της υστερίας είναι η ύπαρξη ιδιαίτερων καταστάσεων της συνείδησης του τύπου που συναντάμε στα όνειρα με περιορισμένη συνειρμική ικανότητα, για τις οποίες πρότεινε τον όρο «υπνοειδείς καταστάσεις». Ο διχασμός της συνείδησης είναι με βάση τα παραπάνω δευτερογενής, επίκτητος. Προκαλείται καθώς οι παραστάσεις που εμφανίζονται στις υπνοειδείς καταστάσεις είναι αποκομμένες από τη συνειρμική διασύνδεση με τα λοιπά περιεχόμενα της συνείδησης.

 

Είμαι σε θέση λοιπόν να παρέχω αποδείξεις για δύο ακόμη ακραίες μορφές υστερίας, στις οποίες ο διχασμός της συνείδησης δεν μπορεί να θεωρηθεί ως πρωτογενής υπό την έννοια του Janet. Στην πρώτη από αυτές κατάφερα επανειλημμένως να δείξω ότι ο διχασμός του περιεχομένου της συνείδησης είναι το αποτέλεσμα μιας έκφρασης της θέλησης του ασθενούς, δηλαδή ότι εμφανίζεται μέσω μιας βουλητικής προσπάθειας με κίνητρο που μπορούμε να προσδιορίσουμε. Μ’αυτό δεν ισχυρίζομαι βεβαίως πως ο ασθενής έχει την πρόθεση να προκαλέσει ένα διχασμό της συνείδησής του. Ο ασθενής έχει άλλη πρόθεση, αυτή ωστόσο δεν φτάνει το στόχο της και προξενεί το διχασμό της συνείδησης.

 

Στην τρίτη μορφή υστερίας που καταδείξαμε με την ψυχική ανάλυση έξυπνων ασθενών ο διχασμός της συνείδησης δεν παίζει παρά ένα αμυδρό, ίσως και καθόλου ρόλο. Είναι εκείνες οι περιπτώσεις, στις οποίες απουσιάζει απλώς η αντίδραση στα τραυματικά ερεθίσματα, ενώ τα τελευταία αντιμετωπίζονται και θεραπεύονται με  «εκφόρτιση»[3]. Αυτές οι περιπτώσεις είναι οι καθαρές «υστερίες παρακράτησης».

 

Προκειμένου να κάνω τον συσχετισμό με τις φοβίες και τις ψυχαναγκαστικές ιδέες θα ασχοληθώ εδώ με τη δεύτερη μορφή υστερίας, την οποία θα αποκαλέσω, για λόγους που θα γίνουν παρακάτω κατανοητοί, αμυντική υστερία, διακρίνοντάς την με την ονομασία αυτή από τις υπνοειδείς υστερίες και τις υστερίες παρακράτησης. Θα μπορούσαμε να ονομάσουμε τις περιπτώσεις αυτές αμυντικής υστερίας προσωρινά και ως «επίκτητη» υστερία, καθώς δεν μπορεί εδώ να γίνει λόγος για σοβαρή κληρονομική επιβάρυνση, ούτε για εκφυλιστική παραμόρφωση.

 

Συγκεκριμένα, οι ασθενείς που ανέλυσα ήταν ψυχικά υγιείς, μέχρι του σημείου που εμφανίστηκε μια ασυμβατότητα στον κόσμο των παραστάσεών τους, δηλαδή ένα βίωμα, μια παράσταση, μια αίσθηση πλησίασε το Εγώ τους και ήγειρε ένα τόσο επώδυνο συναίσθημα, ώστε οι ασθενείς αποφάσισαν να το ξεχάσουν, γιατί δεν πίστευαν ότι έχουν τη δύναμη να επιλύσουν την αντίφαση ανάμεσα στην απαράδεκτη παράσταση και το Εγώ με νοητική εργασία.

 

Τέτοιες απαράδεκτες παραστάσεις αναπτύσσονται στα γυναίκες πάνω στο έδαφος του σεξουαλικού βιώματος και αισθήματος και οι ασθενείς θυμούνται με όλη την επιθυμητή ακρίβεια τις προσπάθειές τους να αμυνθούν, την πρόθεσή τους να «διώξουν το ζήτημα μακριά», να μην το σκέφτονται, να το καταπιέσουν. Εδώ ανήκουν παραδείγματα από την εμπειρία μου, ο αριθμός των οποίων θα μπορούσε άνετα να μεγαλώσει, όπως: η περίπτωση της νεαρής κοπέλας που δεν μπορούσε να συγχωρήσει στον εαυτό της ότι κατά τη φροντίδα του ασθενούς πατέρα της σκεφτόταν τον νεαρό άντρα που της είχε κάνει ελαφρώς ερωτική εντύπωση∙ η περίπτωση της παιδαγωγού, η οποία ερωτεύτηκε τον κύριό της και αποφάσισε να βγάλει από το μυαλό της αυτό που αισθανόταν, καθώς της φαινόταν ασύμβατο με την περηφάνια της κ.λπ.[4]

 

Δεν θέλω να ισχυριστώ ότι η βουλητική προσπάθεια να διώξει κανείς κάτι τέτοιο από το μυαλό του είναι μια παθολογική πράξη, εξάλλου δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω εάν και με ποιο τρόπο η πρόθεση για λήθη στέφεται με επιτυχία στα άτομα εκείνα που κάτω από τις ίδιες ψυχικές επιδράσεις παραμένουν υγιή. Γνωρίζω μόνο πως μια τέτοια «λήθη» δεν ήταν επιτυχής στους ασθενείς που ανέλυσα, αλλά αντιθέτως οδήγησε σε διάφορες παθολογικές αντιδράσεις που παρήγαγαν είτε μια υστερία είτε μια ψυχαναγκαστική ιδέα ή μια ψευδαισθησιακή ψύχωση. Στην ικανότητα να προκαλεί κανείς μέσω αυτής της βουλητικής προσπάθειας μια από αυτές τις καταστάσεις που στο σύνολό τους συνδέονται με το διχασμό της συνείδησης πρέπει να δούμε την έκφραση μια παθολογικής προδιάθεσης, η οποία δεν είναι απαραίτητα ταυτόσημη με τον προσωπικό ή κληρονομικό «εκφυλισμό».

 

Σχετικά με την οδό που οδηγεί από τη βουλητική προσπάθεια του ασθενούς στην ανάδυση του νευρωτικού συμπτώματος έχω σχηματίσει μια άποψη, η οποία μπορεί να εκφραστεί με τις τρέχουσες ψυχολογικές αφαιρέσεις ως εξής: το καθήκον που αναλαμβάνει το αμυνόμενο Εγώ να αντιμετωπίσει την ασύμβατη παράσταση ως non arrivée” δεν είναι για το ίδιο το Εγώ άμεσα εφαρμόσιμο. Τόσο το μνημονικό ίχνος όσο και το συναίσθημα που είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την παράσταση δεν μπορούν να σβηστούν ξανά, άπαξ και εμφανιστούν. Πλησιάζουμε όμως σε μια σχετική επίλυση του ζητήματος αυτού, αν καταφέρουμε να μεταβάλλουμε την ισχυρή παράσταση σε αδύναμη, να της αποσπάσουμε δηλαδή το συναίσθημα, το ποσό της διέγερσης που προσκολλάται πάνω της. Η αδύναμη παράσταση δεν μπορεί πια να εγείρει αξιώσεις στη συνειρμική εργασία. Το ποσό της διέγερσης ωστόσο που της αποσπάστηκε πρέπει να καθοδηγηθεί σε μια άλλη χρήση.

 

Μέχρι εδώ οι διεργασίες είναι οι ίδιες στην υστερία, τις φοβίες και τις ψυχαναγκαστικές ιδέες. Από εδώ κι έπειτα όμως οι δρόμοι χωρίζουν. Στην υστερία η αδρανοποίηση της ασύμβατης παράστασης επιτυγχάνεται με τη διοχέτευση του ποσού τη διέγερσης στο σωματικό, μια διεργασία για την οποία θα ήθελα να προτείνω τον όρο μετατροπή.

 

Η μετατροπή μπορεί να είναι πλήρης ή μερική και λαμβάνει χώρα προς την κινητική ή αισθητική εκείνη παρέμβαση, η οποία σχετίζεται λιγότερο ή περισσότερο έντονα με το τραυματικό βίωμα. Το Εγώ καταφέρνει με τον τρόπο αυτό να καταστεί ελεύθερο αντιφάσεων, το τίμημα ωστόσο γι’αυτό είναι να επιβαρυνθεί με ένα μνημονικό σύμβολο που κατοικεί με τη μορφή παρασίτου στη συνείδηση ως άλυτη κινητική εννεύρωση ή ως διαρκώς επαναλαμβανόμενη ψευδαίσθηση και που παραμένει, ώσπου να λάβει χώρα μια μετατροπή προς την αντίθετη κατεύθυνση. Το μνημονικό ίχνος της ασύμβατης παράστασης δεν έχει λοιπόν τελικώς εξαφανιστεί, αλλά αντιθέτως σχηματίζει τον πυρήνα μιας δεύτερης ψυχικής ομάδας. 

 

Θα ήθελα να ολοκληρώσω αυτή τη θεώρηση των ψυχικών διεργασιών της υστερίας με λίγα μόνο λόγια: αφότου σχηματιστεί ένας τέτοιος πυρήνας υστερικού διχασμού σ’έναν «τραυματικό παράγοντα», ακολουθεί η επέκτασή του και σε άλλους παράγοντες, τους οποίους θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «βοηθητικώς  τραυματικούς», αμέσως μόλις μια εισερχόμενη εντύπωση του ίδιου είδους καταφέρει να διαρρήξει το όριο που έχει θέσει η θέληση, να εισάγει νέο συναίσθημα στην αποδυναμωμένη παράσταση και να επιβάλλει για λίγο τη συνειρμική σύνδεση των δύο ψυχικών ομάδων, μέχρι μια καινούρια μετατροπή να δημιουργήσει άμυνα. Η κατανομή της διέγερσης που συμβαίνει με τον τρόπο αυτό στην υστερία αποδεικνύεται με τον τρόπο αυτό κατά κανόνα εύθραυστη. Η ωθούμενη σε λάθος δρόμο (στη σωματική εννεύρωση) διέγερση επιστρέφει μερικές φορές πίσω στην παράσταση, από την οποία αποκόπηκε, και εξαναγκάζει τον ασθενή σε συνειρμική επεξεργασία ή σε ολοκλήρωση μέσω υστερικής κρίσης, όπως καταδεικνύει η γνωστή αντίθεση μεταξύ κρίσεων και μόνιμων συμπτωμάτων. Η επίδραση της καθαρτικής μεθόδου του Breuer συνίσταται στο ότι κινητοποιεί σκόπιμα και συνειδητά την επιστροφή αυτή της διέγερσης από το σωματικό στο ψυχικό, προκειμένου να επιβάλλει στη συνέχεια την εξισορρόπηση της αντίφασης με νοητική εργασία και την αποφόρτιση της διέγερσης με την ομιλία.

 

Αν ο διχασμός της συνείδησης βασίζεται στην επίκτητη υστερία σε μια πράξη της θέλησης, τότε εξηγείται με εντυπωσιακή ευκολία και το αξιοπρόσεκτο γεγονός, ότι η ύπνωση διευρύνει κατά κανόνα τη συρρικνωμένη συνείδηση και καθιστά προσβάσιμη την αποκομμένη ψυχική ομάδα. Είναι, ως γνωστό, μια ιδιαιτερότητα όλων των καταστάσεων που προσομοιάζουν στον ύπνο, ότι αίρουν την κατανομή της διέγερσης, πάνω στην οποία βασίζεται η «θέληση» της συνειδητής προσωπικότητας.

 

Με βάση αυτά αναγνωρίζουμε το προσδιοριστικό της υστερίας γνώρισμα όχι στο διχασμό της συνείδησης, αλλά στην ικανότητα για μετατροπή και δικαιούμαστε να αναφέρουμε ως σημαντικό στοιχείο της μέχρι σήμερα άγνωστης προδιάθεσης για  υστερία την ψυχο-φυσική ικανότητα για μετακίνηση τόσο μεγάλων ποσών διέγερσης στη σωματική εννεύρωση.

 

Αυτή η ικανότητα δεν αποκλείει καθαυτή την ψυχική υγεία και οδηγεί στην υστερία μόνο σε περίπτωση ψυχικής ασυμβατότητας ή συσσωρευμένης διέγερσης. Με την αποστροφή αυτή προσεγγίζουμε, ο Breuer κι εγώ, τους γνωστούς ορισμούς της υστερίας του Oppenheim[5] και του Strümpell[6] και αποκλίνουμε από τον Janet, ο οποίος αποδίδει στο διχασμό της συνείδησης υπερβολικά μεγάλο ρόλο στη χαρακτηρολογία της υστερίας[7]. Η παρουσίαση που κάναμε εδώ φιλοδοξεί να καταστήσει κατανοητή τη συνάφεια ανάμεσα στη μετατροπή και τον υστερικό διχασμό της συνείδησης.

 

II

 

Αν ένα άτομο με προδιάθεση δεν έχει την ικανότητα για μετατροπή κι ωστόσο πρέπει να αμυνθεί ενάντια σε μια απαράδεκτη παράσταση, διαχωρίζοντάς την από το συναίσθημα, τότε το συναίσθημα αυτό παραμένει αναπόφευκτα στο ψυχικό πεδίο. Η αποδυναμωμένη πια παράσταση παραμένει στη συνείδηση μακριά από κάθε συνειρμό, το συναίσθημά της όμως που ελευθερώθηκε προσκολλάται σε άλλες παραστάσεις, από μόνες τους όχι απαράδεκτες, οι οποίες καθίστανται μέσω αυτής της «λανθασμένης σύνδεσης» ψυχαναγκαστικές ιδέες. Αυτή είναι με λίγα λόγια η ψυχολογική θεωρία των ψυχαναγκαστικών ιδεών και φοβιών, για την οποία μίλησα στην εισαγωγή του κειμένου.

 

Θα αναφέρω, λοιπόν, ποια από τα απαραίτητα στοιχεία αυτής της θεωρίας μπορούν ευθέως να αποδειχτούν και ποια τα συμπλήρωσα εγώ. Ευθέως αποδείξιμα είναι, εκτός από το αποτέλεσμα της διεργασίας, δηλαδή την ίδια την ψυχαναγκαστική ιδέα, και η πηγή, από την οποία προέρχεται το συναίσθημα που εντοπίζεται στη λανθασμένη σύνδεση. Σε όλες τις περιπτώσεις που ανέλυσα ήταν η σεξουαλική ζωή που προσέφερε ένα επώδυνο συναίσθημα, ακριβώς της ίδιας ποιότητας με αυτό που συνδέεται με την ψυχαναγκαστική ιδέα. Θεωρητικώς δεν μπορούμε να αποκλείσουμε το ενδεχόμενο να μπορεί να προκύψει το συναίσθημα αυτό και σε άλλο πεδίο. Απλώς έχω να παρατηρήσω ότι μέχρι τώρα δεν διεπίστωσα καμιά άλλη προέλευση. Κατά τα λοιπά είναι ευνόητο ότι ακριβώς η σεξουαλική ζωή ενέχει τις περισσότερες αφορμές για την εμφάνιση απαράδεκτων παραστάσεων.

 

Αυτό που μπορεί επίσης να αποδειχτεί μέσω των αδιαμφισβήτητων εκφράσεων των ασθενών είναι η συνειδητή προσπάθεια, η απόπειρα άμυνας, στην οποία ρίχνει το βάρος η θεωρία. Τουλάχιστον σε μια σειρά περιπτώσεων οι ασθενείς οι ίδιοι εξηγούν ότι η φοβία ή η ψυχαναγκαστική ιδέα εμφανίστηκε μόνον, αφότου η συνειδητή προσπάθεια είχε επιτύχει το στόχο της. «Μου συνέβη κάποτε κάτι πολύ δυσάρεστο, προσπάθησα με δύναμη να το διώξω από το μυαλό μου, να μην το σκέφτομαι πια. Τελικά τα κατάφερα και τότε ήρθε το άλλο κι από τότε δεν μπορώ να απαλλαγώ απ’αυτό». Με τα λόγια αυτά μια ασθενής μού επιβεβαίωσε τη θεωρία που ανέπτυξα εδώ.

 

Η προέλευση των ψυχαναγκαστικών ιδεών δεν είναι τόσο σαφής σε όλους, όσους υποφέρουν απ’αυτές. Κατά κανόνα, όταν εφιστούμε την προσοχή του ασθενούς στην αρχική παράσταση σεξουαλικής φύσεως, λαμβάνουμε την εξής απάντηση: «Δεν μπορεί να προέρχεται απ’αυτό. Δεν το σκεφτόμουν εξάλλου και πολύ. Με τρόμαξε για λίγο, μετά όμως σκέφτηκα κάτι άλλο, κι από τότε έχω την ησυχία μου». Σε αυτήν την τόσο συχνή ένσταση βρίσκεται η απόδειξη, πως η ψυχαναγκαστική παράσταση συνιστά ένα υποκατάστατο ή (surrogate) της απαράδεκτης σεξουαλικής παράστασης και τη διαδέχεται στη συνείδηση.

 

Ανάμεσα στη συνειδητή προσπάθεια του ασθενούς που καταφέρνει να απωθήσει την απαράδεκτη σεξουαλική παράσταση και την ανάδυση της ψυχαναγκαστικής ιδέας, η οποία, αν και από μόνη της δεν είναι έντονη, εδώ παρουσιάζεται με ακατανόητα δυνατό συναίσθημα, ανοίγεται ένα χάσμα, το οποίο επιχειρεί να καλύψει η θεωρία που ανέπτυξα εδώ. Ο διαχωρισμός της σεξουαλικής παράστασης από το συναίσθημά της και η σύνδεση αυτού με μια άλλη, ταιριαστή, αλλά όχι απαράδεκτη παράσταση, όλα αυτά είναι διεργασίες που συμβαίνουν εκτός της συνείδησης και τις οποίες μπορεί κανείς να υποθέσει, όχι όμως και να αποδείξει μέσω της κλινικής-ψυχολογικής ανάλυσης. Θα ήταν ίσως ορθότερο να πούμε: δεν πρόκειται για διεργασίες ψυχικής φύσεως, αλλά για φυσικές διεργασίες, τα φυσικά αποτελέσματα των οποίων παρουσιάζονται, σαν να συνέβη πραγματικά το περιεχόμενο της έκφρασης «διαχωρισμός της παράστασης από το συναίσθημά της και λανθασμένη σύνδεση αυτού».

 

Πλάι στις περιπτώσεις που η ψυχαναγκαστική ιδέα ακολουθεί την σεξουαλικά απαράδεκτη παράσταση, βρίσκουμε και μια σειρά από άλλες, στις οποίες οι ψυχαναγκαστικές ιδέες εμφανίζονται ταυτόχρονα με επώδυνα τονισμένες σεξουαλικές παραστάσεις. Το να ονομάσουμε τις τελευταίες «ψυχαναγκαστικές σεξουαλικές ιδέες» δεν είναι επιτυχές. Τους λείπει ένα βασικό χαρακτηριστικό των ψυχαναγκαστικών ιδεών: αποδεικνύεται πάντα ότι είναι απόλυτα δικαιολογημένες, ενώ αντίθετα στις συνήθεις ψυχαναγκαστικές ιδέες ο επώδυνος χαρακτήρας συνιστά πρόβλημα τόσο για τον ασθενή, όσο και για το γιατρό. Με βάση τη γνώση που απέκτησα από τέτοιου είδους περιπτώσεις, έχουμε να κάνουμε εδώ με μια συνεχιζόμενη άμυνα απέναντι σε διαρκώς αναδυόμενες σεξουαλικές παραστάσεις, δηλαδή με μια εργασία που δεν έχει φτάσει στο πέρας της.

 

Συχνά οι ασθενείς αποσιωπούν τις ψυχαναγκαστικές τους ιδέες, στο βαθμό που έχουν επίγνωση της σεξουαλικής προέλευσής τους. Όταν παραπονιούνται γι’αυτές, εκφράζουν συνήθως την απορία τους για το ότι κυριαρχεί πάνω τους το σχετικό συναίσθημα ή επειδή τους φοβίζει, επειδή νιώθουν ορισμένες παρορμήσεις κ.λπ. Αντιθέτως ο γιατρός που έχει τις σχετικές γνώσεις αντιμετωπίζει το συναίσθημα αυτό ως δικαιολογημένο και κατανοητό. Περίεργη του φαίνεται μόνο η σύνδεση αυτού του συναισθήματος με μια παράσταση που δεν το δικαιολογεί. Με άλλα λόγια θεωρεί ότι το  συναίσθημα της ψυχαναγκαστικής ιδέας έχει μετατοπιστεί κα μεταφερθεί και, εάν έχει αποδεχτεί τις παρατηρήσεις που καταθέτουμε εδώ, μπορεί να αποπειραθεί την μετάφρασή του προς τα πίσω, προς το σεξουαλικό.

 

Για τη δευτερογενή σύνδεση του ελευθερωμένου συναισθήματος μπορεί να αξιοποιηθεί κάθε παράσταση που είτε από τη φύση της συνδέεται με ένα συναίσθημα τέτοιας ποιότητας είτε διατηρεί κάποιες σχέσεις με την απαράδεκτη παράσταση και επομένως εμφανίζεται ως χρήσιμο υποκατάστατο αυτής. Έτσι π.χ. το ελευθερωμένο άγχος, η σεξουαλική προέλευση του οποίου δεν επιτρέπεται να καταστεί προσβάσιμη στη μνήμη, κατευθύνεται στις συνήθεις πρωτογενείς φοβίες του ανθρώπου για τα ζώα, την καταιγίδα, το σκοτάδι κ.λπ. ή σε καταστάσεις που με τρόπο που δεν επιδέχεται παρερμηνείας είναι συνειρμικά συνδεδεμένες με το σεξουαλικό, όπως τα ούρα, τα κόπρανα, η βρώμα και η μετάδοση ασθενειών.

 

Το πλεονέκτημα που αποκτά το Εγώ ακολουθώντας το δρόμο της μεταγραφής του συναισθήματος είναι κατά πολύ μικρότερο σε σχέση με την υστερική μετατροπή της ψυχικής διέγερσης σε σωματική εννεύρωση. Το συναίσθημα, εξαιτίας του οποίου το Εγώ υπέφερε, παραμένει αναλλοίωτο και με αμείωτη ένταση, με τη μόνη διαφορά ότι η απαράδεκτη παράσταση καταπνίγεται, αποκλείεται από την ανάμνηση. Οι απωθημένες παραστάσεις σχηματίζουν τον πυρήνα μιας δεύτερης ψυχικής ομάδας, στην οποία μπορούμε κατά τη γνώμη μου να αποκτήσουμε πρόσβαση ακόμη και χωρίς τη βοήθεια της ύπνωσης. Αν απουσιάζουν από τις φοβίες και τις ψυχαναγκαστικές ιδέες τα εμφανή συμπτώματα που συνοδεύουν στην υστερία το σχηματισμό της ανεξάρτητης ψυχικής ομάδας, είναι γιατί στις πρώτες το σύνολο της μετατροπής παραμένει στο ψυχικό επίπεδο, δηλαδή η σχέση ανάμεσα στην ψυχική διέγερση και τη σωματική εννεύρωση δεν έχει υποστεί καμιά αλλαγή.

 

Θα ήθελα να αποσαφηνίσω όσα ανέφερα εδώ σχετικά με τις ψυχαναγκαστικές ιδέες με μερικά παραδείγματα, που πιθανώς έχουν τυπικό χαρακτήρα:

α) Ένα νεαρό κορίτσι έπασχε από ψυχαναγκαστικές μομφές. Όταν διάβαζε στην εφημερίδα σχετικά με παραχαράκτες, της ερχόταν η ιδέα ότι χρησιμοποίησε κι αυτή πλαστά χρήματα. Όταν κάπου γινόταν φόνος με δράστη άγνωστο, αναρωτιόταν με αγχώδη τρόπο μήπως αυτή διέπραξε το φόνο. Είχε βεβαίως επίγνωση του παράλογου χαρακτήρα των ψυχαναγκαστικών αυτομομφών της. Για κάποιο διάστημα η ένοχη συνείδηση είχε αποκτήσει τέτοια δύναμη πάνω της που κατέπνιξε κάθε κριτική, με αποτέλεσμα να κατηγορεί τον εαυτό της ενώπιον των συγγενών και του γιατρού ότι πράγματι διέπραξε όλα αυτά τα εγκλήματα (Ψύχωση μέσω απλής κορύφωσης – ψύχωση κατίσχυσης). Μια προσεκτική διερεύνηση αποκάλυψε την πηγή της ένοχης συνείδησής της: έχοντας ανακαλύψει τον αυνανισμό τυχαία μέσω μιας ηδονικής αίσθησης, παρασύρθηκε σ’αυτόν από μια φίλη της και αυνανιζόταν για χρόνια έχοντας πλήρη συνείδηση της αμαρτίας της και υπό το κράτος των πιο ακραίων, αλλά, όπως συνήθως, ανεπαρκών αυτομομφών. Μια υπερβολή στον αυνανισμό μετά από ένα χορό προκάλεσε την κορύφωση στην ψύχωση. Η κοπέλα θεραπεύτηκε μετά από μερικές μήνες θεραπείας και αυστηρότατης επιτήρησης.

 

β) Μια άλλη κοπέλα υπέφερε από το φόβο μήπως νιώσει αιφνιδίως πίεση στην ουροδόχο κύστη και αναγκαστεί να τα κάνει πάνω της, αφότου μια τέτοια πίεση την ανάγκασε κάποτε πράγματι να βγει από μια αίθουσα συναυλιών κατά τη διάρκεια της παράστασης. Η φοβία αυτή την είχε καταστήσει σταδιακά εντελώς ανίκανη να κυκλοφορήσει και να χαρεί πράγματα. Ένιωθε άνετα, μόνο όταν ήξερε ότι υπάρχει τουαλέτα κοντά, την οποία μπορούσε να επισκεφτεί απαρατήρητη. Είχε αποκλειστεί μια οργανική πάθηση που να μπορούσε να δικαιολογήσει αυτή τη δυσπιστία στον έλεγχο της κύστης. Η πίεση στην κύστη δεν υφίστατο σε κατάσταση ηρεμίας καθώς και κατά τις βραδινές ώρες. Ενδελεχής έρευνα απέδειξε ότι η πίεση εμφανίστηκε για πρώτη φορά κάτω από την ακόλουθη συγκυρία: Στην αίθουσα συναυλιών κάθισε όχι μακριά της ένας κύριος που δεν την άφηνε αδιάφορη. Άρχισε να τον σκέφτεται και να φαντάζεται ότι ήταν γυναίκα του και καθόταν δίπλα του. Κατά τη διάρκεια αυτής της ερωτικής ονειροπόλησης ένιωσε αυτή τη σωματική αίσθηση, την οποία θα μπορούσαμε να συγκρίνουμε με τη διέγερση του άντρα, και η οποία στην κοπέλα αυτή – δεν ξέρω αν αυτό ισχύει και γενικά – ολοκληρώθηκε με ελαφρά πίεση στην ουροδόχο κύστη. Τρόμαξε λοιπόν έντονα με αυτήν τη σεξουαλική αίσθηση που κατά τα άλλα της ήταν οικεία, γιατί είχε αποφασίσει να καταπολεμήσει τόσο αυτήν, όσο και κάθε άλλη σχετική τάση, την επόμενη δε στιγμή το συναίσθημα μετατοπίστηκε στη συνοδό πίεση της κύστης και την ανάγκασε, μετά από επώδυνη προσπάθεια, να εγκαταλείψει την αίθουσα. Στη ζωή της ήταν τόσο πουριτανή, ώστε ένιωθε έντονο τρόμο απέναντι σε κάθε τι σεξουαλικό και δεν τολμούσε καν να σκεφτεί το γάμο. Από την άλλη όμως ήταν σεξουαλικά τόσο ευερέθιστη, ώστε σε κάθε ερωτική ονειροπόληση που επέτρεπε πρόθυμα στον εαυτό της εμφανιζόταν η ίδια ηδονική αίσθηση. Κάθε φορά η σεξουαλική διέγερση συνοδευόταν από την πίεση στην ουροδόχο κύστη, χωρίς αυτό να της κάνει εντύπωση μέχρι τη σκηνή στην αίθουσα συναυλιών. Η θεραπεία είχε ως αποτέλεσμα τον σχεδόν ολοκληρωτικό έλεγχο της φοβίας.

 

Γ) Μια νεαρή γυναίκα, παντρεμένη εδώ και πέντε χρόνια και με παιδί, μου παραπονιόταν σχετικά με την ψυχαναγκαστική παρόρμηση να πηδήξει από το παράθυρο ή το μπαλκόνι, καθώς και σχετικά με το φόβο που την έπιανε στη θέα ενός κοφτερού μαχαιριού, μήπως μαχαιρώσει το παιδί της. Η συζυγική συνεύρεση, ομολογούσε, λάμβανε χώρα σπάνια και μόνο με προφύλαξη ενάντια στην εγκυμοσύνη. Δεν της έλειπε ωστόσο, δεν ήταν αισθησιακή γυναίκα από τη φύση της. Πήρα το ρίσκο, λοιπόν, και της είπα ότι κάνει ερωτικές σκέψεις στη θέα ενός άντρα και ότι για το λόγο αυτό χάνει την εμπιστοσύνη στον εαυτό της και νιώθει ως απορριπτέο άτομο, ικανό για όλα. Η μετάφραση της ψυχαναγκαστικής αντίληψης προς τα πίσω, προς το σεξουαλικό ήταν επιτυχής. Παραδέχτηκε αμέσως, κλαίγοντας, τη συζυγική δυστυχία της που είχε κρύψει για καιρό και μου ανακοίνωσε αργότερα σκέψεις με εμφανώς σεξουαλικό χαρακτήρα, για τις οποίες ένιωθε ντροπή, όπως για παράδειγμα η αίσθηση που είχε συχνά, ότι κάτι εισέβαλλε κάτω από τη φούστα της.

 

Αξιοποίησα τέτοιες εμπειρίες προς όφελος της θεραπείας σε φοβίες και ψυχαναγκαστικές ιδέες, προκειμένου να κατευθύνω την προσοχή των ασθενών, παρά τις αντιστάσεις τους, προς τα πίσω, προς τις απωθημένες σεξουαλικές παραστάσεις και, όπου αυτό ήταν εφικτό, να κλείσω τις πηγές, από τις οποίες προέρχονταν. Φυσικά, δεν μπορώ να ισχυριστώ ότι όλες οι φοβίες και οι ψυχαναγκαστικές ιδέες αναπτύσσονται με τον τρόπο που ανακαλύψαμε εδώ. Πρώτον, η εμπειρία μου περιλαμβάνει ένα περιορισμένο μόνο αριθμό σε σύγκριση με τον πλούτο αυτών των νευρώσεων και δεύτερον, γνωρίζω ότι αυτά τα «ψυχασθενικά» συμπτώματα (με βάση τον ορισμό του Janet) δεν έχουν όλα την ίδια αξία. [8] Υπάρχουν π.χ. καθαρώς υστερικές φοβίες. Θεωρώ όμως ότι ο μηχανισμός της μετάθεσης του συναισθήματος μπορεί να αποδειχτεί στη μεγάλη πλειονότητα των φοβιών και των ψυχαναγκαστικών ιδεών και υποστηρίζω ότι δεν πρέπει να βάζουμε αυτές τις νευρώσεις, που τις συναντάμε τόσο κατ’ιδίαν όσο σε συνδυασμό με την υστερία ή τη νευρασθένεια, στην ίδια ομάδα με τη νευρασθένεια, για τα βασικά συμπτώματα της οποίας δεν μπορούμε να αποδεχτούμε κανένα ψυχικό μηχανισμό.

 

 

ΙΙΙ

 

Στις δύο περιπτώσεις που μελετήσαμε μέχρι τώρα η άμυνα έναντι της απαράδεκτης παράστασης λάμβανε χώρα μέσω του διαχωρισμού αυτής από το συναίσθημα. Η παράσταση παρέμενε στη συνείδηση, αν και αποδυναμωμένη και απομονωμένη. Υπάρχει, λοιπόν, ένα ακόμη πιο ενεργητικό και πετυχημένο είδος άμυνας, που συνίσταται στο ότι το Εγώ απορρίπτει την απαράδεκτη παράσταση μαζί με το συναίσθημά της και συμπεριφέρεται, σαν να μην είχε προσεγγίσει ποτέ η παράσταση το Εγώ. Από τη στιγμή και μόνο που επιτυγχάνεται κάτι τέτοιο, ο ασθενής βρίσκεται σε  ψύχωση, την οποία μπορούμε να ταξινομήσουμε μόνον ως «ψευδαισθησιακή σύγχυση». Προς διευκρίνιση τούτου θα παραθέσω ένα και μόνο παράδειγμα:

 

Μια νεαρή κοπέλα εκφράζει για πρώτη φορά με παρορμητικό τρόπο το ενδιαφέρον της για έναν άνδρα και πιστεύει ακράδαντα στην αμοιβαιότητα της αγάπης του. Στην πραγματικότητα πλανάται∙ ο νεαρός άνδρας την επισκέφτηκε έχοντας άλλο κίνητρο. Έτσι, οι απογοητεύσεις είναι αναπόφευκτες. Αμύνεται, όμως, αρχικά εναντίον τους, μετατρέποντας αυτές τις εμπειρίες με υστερικό τρόπο. Αποκτά, λοιπόν, την πεποίθηση, ότι ο άνδρας θα εμφανιστεί κάποια μέρα και θα τη ζητήσει σε γάμο, νιώθει όμως ταυτοχρόνως δυστυχής και άρρωστη, καθώς η μετατροπή δεν είναι πλήρης και νέες επώδυνες εντυπώσεις συσσωρεύονται διαρκώς. Τον περιμένει τελικά με μέγιστη ένταση μια συγκεκριμένη μέρα, την ημέρα μιας οικογενειακής γιορτής. Η μέρα περνάει κι εκείνος δεν έρχεται. Αφού περάσουν όλα τα τρένα που θα μπορούσαν να τον φέρουν, η κοπέλα αναπτύσσει ψευδαισθησιακή σύγχυση: να’τος, ήρθε, ακούει τη φωνή του στον κήπο, κατεβαίνει με το νυχτικό της να τον υποδεχτεί.  Από τη στιγμή εκείνη ζει για δύο μήνες σ’ένα ευτυχισμένο όνειρο, το περιεχόμενο του οποίου είναι: ο άνδρας είναι εδώ, είναι πάντα κοντά της, όλα είναι όπως πριν (πριν την εποχή των απογοητεύσεων, ενάντια στις οποίες αμύνθηκε με πολύ κόπο). Η υστερία και η κακή διάθεση έχουν ξεπεραστεί. Κατά τη διάρκεια της ασθένειάς της δε μιλά καθόλου για όλη την περίοδο της αμφιβολίας και της οδύνης. Είναι ευτυχισμένη, φτάνει να την αφήνουν ήσυχη και ξεσπά μόνο, όταν κάποιος περιορισμός από το περιβάλλον της την εμποδίζει να πράξει κάτι, ακολουθώντας με συνέπεια το όνειρό της. Αυτή η ψύχωση, δυσνόητη την εποχή εκείνη, ανακαλύφθηκε δέκα χρόνια αργότερα με υπνωτική ανάλυση.

 

Θα ήθελα να επιστήσω την προσοχή στο γεγονός, ότι το περιεχόμενο μιας τέτοιας ψευδαισθησιακής ψύχωσης συνίσταται ακριβώς στον τονισμό της παράστασης που απειλήθηκε μέσω της αφορμής της ασθένειας. Δικαιούμαστε λοιπόν να πούμε ότι το Εγώ αμύνθηκε ενάντια στην απαράδεκτη παράσταση μέσω της φυγής στην ψύχωση. Η διεργασία, μέσω της οποίας επιτυγχάνεται κάτι τέτοιο, διαφεύγει τόσο της αυτοαντίληψης, όσο και της κλινικής-ψυχολογικής ανάλυσης. Μπορεί να θεωρηθεί ως έκφραση μιας παθολογικής προδιάθεσης υψηλότατου βαθμού και να περιγραφεί αναλυτικότερα ως εξής: το Εγώ αποσπάται από την απαράδεκτη παράσταση, αυτή ωστόσο είναι άρρηκτα συνδεδεμένη μ’ένα τμήμα της πραγματικότητας. Έτσι, κάνοντας την κίνηση αυτή, το Εγώ αποχωρίζεται και από την πραγματικότητα, είτε εν μέρει, είτε εξολοκλήρου. Η τελευταία εκδοχή είναι, κατά τη γνώμη μου, η προϋπόθεση, κάτω από την οποία η ατομικές παραστάσεις αποκτούν ψευδαισθησιακή ζωντάνια. Έτσι, ο ασθενής, μετά την επιτυχή άμυνα, περνά σε ψευδαισθησιακή ψύχωση.

 

Έχω στη διάθεσή μου πολύ λίγες μόνο αναλύσεις παρόμοιων ψυχώσεων. Θεωρώ όμως ότι πρόκειται για ένα τύπο ψυχικής ασθένειας που απαντάμε πολύ συχνά, καθώς τα ανάλογα παραδείγματα της μητέρας που, έχοντας ασθενήσει μετά την απώλεια του παιδιού της, λικνίζει ασταμάτητα στα χέρια της ένα κομμάτι ξύλο ή της προδομένης νύφης που χρόνια περιμένει στολισμένη το γαμπρό, δεν λείπουν από κανένα φρενοκομείο.

 

Δεν είναι ίσως περιττό να τονίσουμε ότι οι τρεις μορφές άμυνας που αναφέραμε εδώ, και άρα και οι τρεις μορφές ασθένειας που προκαλούν αυτές οι άμυνες, μπορούν να συνυπάρχουν στο ίδιο άτομο. Η συνύπαρξη φοβιών και υστερικών συμπτωμάτων που συναντάμε τόσο συχνά στην πράξη είναι ένας από τους πολλούς λόγους, για τους οποίους καθίσταται τόσο δύσκολος ένας καθαρός διαχωρισμός της υστερίας από τις άλλες νευρώσεις και τόσο απαραίτητη η συγκρότηση «μεικτών νευρώσεων». Μπορεί η ψευδαισθησιακή σύγχυση συχνά να μην είναι συμβατή με τη διατήρηση της υστερίας, κατά κανόνα δε εντελώς ασύμβατη με εκείνη των ψυχαναγκαστικών ιδεών, από την άλλη πλευρά όμως δεν είναι καθόλου σπάνιο φαινόμενο, ένα επεισόδιο  αμυντικής ψύχωσης να διακόπτει την εξέλιξη μιας υστερικής ή μεικτής νεύρωσης.

 

Θα ήθελα, τέλος, να αναφερθώ με λίγα λόγια στη βοηθητική ιδέα που αξιοποίησα σ’αυτήν την παρουσίαση των αμυντικών νευρώσεων. Είναι η ιδέα, ότι στις ψυχικές λειτουργίες μπορούμε να διακρίνουμε κάτι (ποσό συναισθήματος, ποσότητα διέγερσης) που έχει όλες τις ιδιότητες της ποσότητας – αν και δεν διαθέτουμε μέσα, για να τη μετρήσουμε – κάτι που είναι ικανό για μεγέθυνση, σμίκρυνση, μετατόπιση και αποφόρτιση και που διαχέεται μέσα από τα μνημονικά ίχνη των παραστάσεων, όπως το ηλεκτρικό φορτίο πάνω στις επιφάνειες του σώματος.

 

Μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε αυτήν την υπόθεση, η οποία σημειωτέον αποτελεί τη βάση της θεωρίας μας περί «εκφόρτισης» (Προσωρινή Ανακοίνωση, 1893), με την ίδια έννοια που το κάνουν και οι φυσικοί ως προς την υπόθεση του ηλεκτρικού ρεύματος. Προσωρινά η χρήση της δικαιολογείται εξαιτίας της χρησιμότητάς της στην σύνοψη και επεξήγηση πολλών ψυχικών καταστάσεων.

 

Βιέννη, τέλη Ιανουαρίου 1894

 

 

 

 

 



[1] État mental des hystériques. Paris 1893 και 1894. Quelques definitions récentes de l’hystérie. Arch. de Neurol. 1893. XXXV-VI.

[2] Σχετικά με τον ψυχικό μηχανισμό των υστερικών φαινομένων. Neurologisches Zentralblatt. 1893, No. 1 και 2.

[3] Βλέπε κοινή ανακοίνωση.

[4] Τα παραδείγματα αυτά προέρχονται από αδημοσίευτη εκτενή εργασία μου με τον Breuer σε σχέση με τον ψυχικό μηχανισμό της υστερίας («Σπουδές πάνω στην υστερία»)

[5] Oppenheim: Η υστερία είναι μια υπερθετική έκφραση των ψυχικών κινήσεων. Η «έκφραση των ψυχικών κινήσεων» συνιστά την ποσότητα ψυχικής διέγερσης που κανονικά υφίσταται μετατροπή.

[6] Strümpell: Η διαταραχή της υστερίας τοποθετείται στο ψυχοφυσικό, εκεί όπου σωματικό και ψυχικό συνδέονται μεταξύ τους

[7] Ο Janet αναφέρει από μόνος του στη δεύτερη ενότητα της πνευματώδους πραγματείας του “Quelques definitions etc.” την ένσταση, ότι ο διχασμός της συνείδησης απαντάται και στις ψυχώσεις, όσο και στην επονομαζόμενη ψυχασθένεια, αλλά κατά την άποψή μου δεν την επιλύει ικανοποιητικά. Είναι αυτή η ένσταση που τον αναγκάζει να θεωρήσει την υστερία μορφή εκφυλισμού. Δεν καταφέρνει όμως να ξεχωρίσει επαρκώς μέσω μιας χαρακτηρολογίας το διχασμό της συνείδησης στην υστερία από αυτόν της ψύχωσης κ.λπ.

[8] Η ομάδα των τυπικών φοβιών, μεταξύ των οποίων η αγοραφοβία αποτελεί το πρότυπο, δεν μπορεί να αναχθεί στον ψυχικό μηχανισμό που αναπτύξαμε παραπάνω. Αντιθέτως, η μηχανισμός της αγοραφοβίας αποκλίνει από αυτόν των αυθεντικών ψυχαναγκαστικών ιδεών, όπως επίσης και των φοβιών που μπορούν να αναχθούν σε αυτές, σε ένα αποφασιστικό σημείο: δεν μπορεί να εντοπιστεί εδώ καμία απωθημένη παράσταση, από την οποία να έχει αποχωριστεί το συναίσθημα του άγχους. Το άγχος σε αυτές τη φοβίες έχει άλλη προέλευση. 

 

Διαβάστε ακόμη: Άρθρα , Μεταφράσεις , Βιβλία & Περιοδικά 
Έκδοση του Συλλόγου

PIERRE BRUNO - UNE PSYCHANALYSE: DU REBUS AU REBUT

Nancy Barwell, Pierre Bruno, Veroniqué Sidoit - Le Savoir Du Psychanalyste

MARIE-JEAN SAURET - MALAISE DAN LE CAPITALISME

PSYCHANALYSE 28 - LACAN ET WITTGENSTEIN

PIERRE BRUNO - Lacan Passeur de Marx - L' invention du symptôme

PIERRE BRUNO - LA PASSE

ISABELLE MORIN - La Phobie, Le Vivant, Le Féminin

Sidi Askofaré - D'un discours l'Autre

Θάνος Λίποβατς - Η απατηλή σαγήνη και η διαβρωτική βία του κακού

Για να λαμβάνετε ενημέρωση σχετικά με τις δραστηριότητες του Συλλόγου μας, συμπλρηρώστε το e-mail σας.